Ο Κώστας Θεοφίλου από το Μικρό Μοναστήρι Θεσσαλονίκης στάθηκε μπροστά στα τελευταία πρόβατα που μεγάλωσε με τα ίδια του τα χέρια και κατέρρευσε. Τα 450 ζώα της ιστορικής φυλής Ρουμλουκίου, το έργο μιας ζωής, επρόκειτο να θανατωθούν λόγω κρουσμάτων ευλογιάς. Η συγκλονιστική αντίδρασή του δεν αποκάλυψε μόνο το προσωπικό δράμα ενός ανθρώπου που χάνει τον κόπο ολόκληρων δεκαετιών, αλλά έφερε στο προσκήνιο μια λιγότερο γνωστή — και βαθιά πληγωμένη — πτυχή της ελληνικής κτηνοτροφίας: την ιστορική φυλή Ρουμλουκίου.
Η φυλή Ρουμλουκίου: ένας σπάνιος θησαυρός στα όρια της οριστικής εξαφάνισης
Η φυλή Ρουμλουκίου είναι μία από τις παλαιότερες αυτόχθονες φυλές προβάτων της Ελλάδας, με πληθυσμό που σήμερα έχει σχεδόν εκμηδενιστεί. Το όνομά της προέρχεται από την ομώνυμη πεδινή περιοχή της Ημαθίας, γνωστή στην Οθωμανική περίοδο ως Ρουμλούκι, με επίκεντρο την Αλεξάνδρεια (παλαιότερα Γιδά).
Οι πρώτες αναφορές για τη φυλή τοποθετούνται σε εποχές όπου τα εγχώρια πεδινά πρόβατα διασταυρώθηκαν με κοπάδια Αλβανών νομάδων — κυρίως Γκέγκηδων — που κατέβαιναν για διαχείμαση στη Μακεδονία. Έτσι δημιουργήθηκε ένα ζώο εξαιρετικά ανθεκτικό, σκληραγωγημένο, προσαρμοσμένο στις πεδιάδες και τις κλιματικές ιδιαιτερότητες της Βόρειας Ελλάδας.
Για πολλές δεκαετίες, η φυλή απλωνόταν σε μεγάλο τμήμα του βορειοελλαδικού χώρου:
από τις εύφορες κοιλάδες της Ημαθίας και της Θεσσαλονίκης μέχρι τη Φλώρινα και το Μοναστήρι, φτάνοντας ακόμα και ως την Αλβανία. Ήταν ένα κοινό, ζωντανό στοιχείο της υπαίθρου — μέχρι που άρχισε να φθίνει αθόρυβα.
Απόπειρες διάσωσης που έσβησαν πριν ολοκληρωθούν
Στα τέλη της δεκαετίας του ’60 επιχειρήθηκε μία σοβαρή προσπάθεια διάσωσης της φυλής στο Ινστιτούτο Κτηνοτροφίας Γιαννιτσών, όπου δημιουργήθηκε μικρό κοπάδι υπό επιστημονική παρακολούθηση.
Κι όμως, παρά τη φροντίδα και τις μελέτες, το κοπάδι μειωνόταν χρόνο με τον χρόνο, μέχρι που διαλύθηκε πλήρως το 1986.
Λίγα χρόνια αργότερα, μέσα στη δεκαετία του ’90, η φυλή καταγράφηκε επίσημα ως εξαφανισμένη.
Ή τουλάχιστον έτσι πιστευόταν.
Το τελευταίο κοπάδι — και η τραγική του μοίρα
Πριν από λίγα χρόνια, ερευνητές του Κέντρου Ζωικών Γενετικών Πόρων Θεσσαλονίκης εντόπισαν ένα τελευταίο μετακινούμενο ποίμνιο στο Μικρό Μοναστήρι — το κοπάδι του Κώστα Θεοφίλου. Ήταν μια αναπάντεχη ευκαιρία για την αναβίωση της φυλής.
Μάλιστα είχε ξεκινήσει και μια μικρή αλλά ελπιδοφόρα προσπάθεια ανασύνταξης και αναπαραγωγής στην Κρύα Βρύση Πέλλας, υπό την καθοδήγηση της Αμάλθειας. Για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες υπήρχε ελπίδα.
Και τότε ήρθε η ευλογιά.
Η υποχρεωτική θανάτωση του κοπαδιού δεν σήμανε απλώς το τέλος μιας παραγωγικής μονάδας. Σήμανε πιθανώς το τέλος μιας φυλής που έζησε για αιώνες. Η κατάρρευση του Θεοφίλου δεν ήταν απλώς συγκινητική αλλά και ιδιαιτέρως συμβολική. Δεν χάνονται μόνο ζώα, αλλά ένα κομμάτι ιστορίας.
Τι αξίζει μια φυλή για ένα έθνος;
Κάθε φορά που ένα ζώο θανατώνεται λόγω ζωονόσου, οι οικονομικές απώλειες αποζημιώνονται.
Αλλά όταν εξαφανίζεται μια ολόκληρη φυλή;
Ποιος αποζημιώνει τη χώρα; Ποιος αποζημιώνει τη μνήμη;
Η Ελλάδα συχνά μιλά για την παράδοση της υπαίθρου, για τα τοπικά προϊόντα και την αυθεντικότητά τους. Όμως η πραγματικότητα υπενθυμίζει ότι χωρίς σοβαρές πολιτικές διατήρησης, χωρίς γονιδιακές τράπεζες, χωρίς ουσιαστική στήριξη των ανθρώπων που κρατούν ζωντανές τις αυτόχθονες φυλές, κινδυνεύουμε να μείνουμε μόνο με τις αφηγήσεις.
Η περίπτωση του Ρουμλουκίου είναι παράδειγμα προς αποφυγή — αλλά και μια ευκαιρία για αφύπνιση.
Η ιστορία του Θεοφίλου ως κάλεσμα ευθύνης
Ο Κώστας Θεοφίλου δεν αποχαιρέτησε απλώς ένα κοπάδι.
Αποχαιρέτησε τη ζωντανή συνέχεια μιας φυλής που πέρασε μέσα από αυτοκρατορίες, μετακινήσεις πληθυσμών, πολέμους και οικονομικές κρίσεις.
Το δράμα του πρέπει να αποτελέσει:
- ένα καμπανάκι για την πολιτεία,
- ένα μάθημα για την επιστημονική κοινότητα,
- μια υπενθύμιση για όλους μας ότι η αγροτική κληρονομιά δεν είναι δεδομένη.
Γιατί όταν χάνεται μια φυλή, χάνεται κάτι πολύ περισσότερο από παραγωγή.
Χάνεται ένα κομμάτι της Ελλάδας που δεν μπορεί να αντικατασταθεί.
Σας προτείνουμε να παρακολουθήσετε το επόμενο βίντεο όπου ο κτηνοτρόφος μιλούσε πριν λίγο καιρό για τα πρόβατα της φυλής του Ρουμλουκίου













