Η νέα κρίση στον Περσικό Κόλπο και το μπλοκάρισμα των Στενών του Ορμούζ – της θαλάσσιας αρτηρίας από την οποία περνά περίπου το 20% του παγκόσμιου πετρελαίου – αποτελεί μια από τις πιο επικίνδυνες γεωπολιτικές στιγμές των τελευταίων ετών. Σε αυτό το σκηνικό, ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ ζητά πλέον τη βοήθεια συμμάχων και ακόμη και της Κίνας για να διασφαλιστεί η ναυσιπλοΐα στην περιοχή.
Το πρόβλημα όμως δεν είναι μόνο στρατιωτικό. Είναι βαθιά πολιτικό και αποκαλύπτει μια αντίφαση: η Ουάσιγκτον ξεκίνησε τις στρατιωτικές επιχειρήσεις εναντίον του Ιράν σχεδόν μονομερώς, χωρίς προηγούμενη ουσιαστική διαβούλευση με τους συμμάχους της. Μάλιστα, πριν λίγες ημέρες οι ΗΠΑ πραγματοποίησαν μεγάλης κλίμακας βομβαρδισμούς σε στρατηγικές ιρανικές εγκαταστάσεις στο νησί Kharg, πλήττοντας πάνω από 90 στρατιωτικούς στόχους.
Σήμερα όμως η ίδια η αμερικανική ηγεσία ζητά διεθνή συμμετοχή για να αντιμετωπίσει τις συνέπειες της σύγκρουσης που κλιμακώθηκε.
Η πίεση προς το ΝΑΤΟ και την Κίνα
Ο Τραμπ έχει καλέσει περίπου επτά χώρες να στείλουν πολεμικά πλοία για να προστατεύσουν τη ναυσιπλοΐα στο Ορμούζ, ενώ έχει προειδοποιήσει ότι αν οι σύμμαχοι δεν βοηθήσουν «θα είναι πολύ κακό για το μέλλον του ΝΑΤΟ».
Παράλληλα, ζητά και τη συμμετοχή της Κίνας, επιχείρημα που βασίζεται στο γεγονός ότι το Πεκίνο είναι από τους μεγαλύτερους εισαγωγείς πετρελαίου μέσω της συγκεκριμένης θαλάσσιας οδού.
Ωστόσο, η ανταπόκριση των χωρών είναι τουλάχιστον επιφυλακτική. Η Ιαπωνία και η Αυστραλία έχουν ήδη αρνηθεί να στείλουν πολεμικά πλοία, ενώ ευρωπαϊκές χώρες εμφανίζονται απρόθυμες να εμπλακούν σε έναν πόλεμο που δεν ξεκίνησαν οι ίδιες.
Η στάση αυτή αποτυπώνει μια βαθύτερη δυσπιστία απέναντι στην αμερικανική στρατηγική.
Το παράδοξο της αμερικανικής πολιτικής
Η στάση του Τραμπ δημιουργεί ένα εμφανές πολιτικό παράδοξο.
Από τη μία πλευρά, η Ουάσιγκτον λειτούργησε μονομερώς:
- ξεκίνησε στρατιωτικές επιχειρήσεις,
- κλιμάκωσε τη σύγκρουση με το Ιράν,
- και ουσιαστικά διαμόρφωσε το πεδίο της κρίσης χωρίς συλλογική απόφαση της συμμαχίας.
Από την άλλη πλευρά, όταν η σύγκρουση αρχίζει να απειλεί την παγκόσμια ενεργειακή ασφάλεια και τις διεθνείς αγορές, ζητά διεθνή συμμετοχή και μάλιστα με πιεστικό τρόπο.
Η αντίφαση αυτή δεν περνά απαρατήρητη. Σε διεθνές επίπεδο δημιουργεί το ερώτημα:
είναι το ΝΑΤΟ μια συμμαχία συλλογικής ασφάλειας ή ένας μηχανισμός που καλείται να διαχειριστεί τις συνέπειες αποφάσεων της Ουάσιγκτον;
Η στρατηγική διάσταση
Το Στενό του Ορμούζ είναι το κέντρο βάρους της κρίσης. Αν παραμείνει κλειστό ή επικίνδυνο για τη ναυσιπλοΐα, οι συνέπειες είναι τεράστιες:
- εκτίναξη τιμών πετρελαίου,
- ενεργειακή αστάθεια στην Ευρώπη και την Ασία,
- πιθανότητα γενικευμένης σύγκρουσης στον Περσικό Κόλπο.
Γι’ αυτό ο Τραμπ υποστηρίζει ότι «όσοι επωφελούνται από το στενό πρέπει να βοηθήσουν να παραμείνει ασφαλές».
Η λογική αυτή έχει μια γεωοικονομική βάση. Αλλά πολιτικά δεν είναι τόσο απλή.
Η κρίση αξιοπιστίας
Η πραγματική διάσταση της υπόθεσης είναι η αξιοπιστία των διεθνών συμμαχιών.
Όταν μια μεγάλη δύναμη ενεργεί μονομερώς και στη συνέχεια ζητά συλλογική υποστήριξη, δημιουργείται ένα κενό εμπιστοσύνης. Οι σύμμαχοι δεν αμφισβητούν απαραίτητα τη σημασία της αποστολής στο Ορμούζ. Αμφισβητούν όμως τον τρόπο με τον οποίο οδηγήθηκαν σε αυτήν.
Η Ευρώπη, για παράδειγμα, δείχνει απροθυμία να εμπλακεί σε έναν πόλεμο που δεν σχεδίασε. Η Κίνα από την άλλη δεν έχει κανένα στρατηγικό κίνητρο να εμπλακεί στρατιωτικά σε μια σύγκρουση που μπορεί να αποδυναμώσει τον βασικό γεωπολιτικό της αντίπαλο.
Η κρίση στα Στενά του Ορμούζ είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς η μονομερής στρατηγική μπορεί να μετατραπεί σε διεθνές αδιέξοδο.
Ο Τραμπ επιδιώκει τώρα μια πολυεθνική λύση σε ένα πρόβλημα που δημιουργήθηκε σε μεγάλο βαθμό από μονομερείς αποφάσεις. Η αντίφαση αυτή εξηγεί γιατί πολλές χώρες διστάζουν να ακολουθήσουν.
Η διεθνής πολιτική δεν λειτουργεί με τη λογική «πρώτα αποφασίζω μόνος, μετά ζητώ τη βοήθεια των άλλων». Και η σημερινή κρίση δείχνει ότι, ακόμη και για μια υπερδύναμη, η ισχύς δεν αρκεί χωρίς συναίνεση.














