
Γράφει ο Κώστας Πορτοκάλης
Νέοι πολιτικοί συσχετισμοί, κατακερματισμένη αντιπολίτευση και έντονη δυσαρέσκεια για την ακρίβεια συνθέτουν το πολιτικό σκηνικό. Η δημοσκόπηση της Interview για το POLITIC αποτυπώνει τις ισορροπίες μεταξύ των κομμάτων, αλλά και τα διλήμματα που θα βρεθούν στο επίκεντρο της επόμενης εκλογικής αναμέτρησης.
Η ελληνική πολιτική σκηνή βρίσκεται μπροστά σε μια περίοδο σημαντικών διεργασιών, με τις δημοσκοπήσεις να καταγράφουν ένα σύνθετο περιβάλλον, στο οποίο η κυβερνητική φθορά, η αναδιάταξη της αντιπολίτευσης και η οικονομική πίεση στα νοικοκυριά διαμορφώνουν την πολιτική συζήτηση.
Η νέα δημοσκόπηση της Interview για το POLITIC, που δημοσιοποιήθηκε στις 29 Οκτωβρίου 2026, αποτυπώνει τη Νέα Δημοκρατία στην πρώτη θέση, με σημαντική απόσταση από τα υπόλοιπα κόμματα, την ώρα που η ΕΛ.Α.Σ. του Αλέξη Τσίπρα και το ΠΑΣΟΚ εμφανίζονται να διεκδικούν τη δεύτερη θέση.
Την ίδια στιγμή, τα ευρήματα για την ακρίβεια αναδεικνύουν ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα της πολιτικής επικαιρότητας: την καθημερινή οικονομική πίεση που αντιμετωπίζουν οι πολίτες και τον τρόπο με τον οποίο αξιολογούν την κυβερνητική διαχείρισή της.
Νέα Δημοκρατία στο 27,4% – Η εικόνα των κομμάτων
Σύμφωνα με τα στοιχεία της δημοσκόπησης, η Νέα Δημοκρατία συγκεντρώνει 27,4% στην πρόθεση ψήφου, διατηρώντας προβάδισμα 13,4 ποσοστιαίων μονάδων από το δεύτερο κόμμα.
Στη δεύτερη θέση καταγράφεται η ΕΛ.Α.Σ. του Αλέξη Τσίπρα με 14%, ενώ ακολουθεί σε απόσταση μόλις μίας ποσοστιαίας μονάδας το ΠΑΣΟΚ με 13%.
Η εικόνα αυτή αποτυπώνει μια ενδιαφέρουσα πολιτική συνθήκη: ενώ η Νέα Δημοκρατία διατηρεί σαφές δημοσκοπικό προβάδισμα, στον χώρο της αντιπολίτευσης καταγράφεται ιδιαίτερα μικρή διαφορά μεταξύ δύο πολιτικών σχηματισμών.
Στην τέταρτη θέση βρίσκεται η Ελληνική Λύση με 6,7%, ενώ το ΚΚΕ συγκεντρώνει 5,4%.
Ακολουθούν η ΕΛΠΙΔΑ με 3,8%, η Συμμαχία Ελλήνων με 3,4%, η Φωνή Λογικής και το ΜέΡΑ25 με 3,2% αντίστοιχα και η Πλεύση Ελευθερίας με 3%.
Χαμηλότερα καταγράφονται ο ΣΥΡΙΖΑ και οι Δημοκράτες με 2% έκαστος, η Νίκη με 1,3% και η Νέα Αριστερά με 0,5%.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και το ποσοστό των αναποφάσιστων, το οποίο φτάνει το 9,1%. Πρόκειται για μια σημαντική δεξαμενή ψηφοφόρων, η τελική στάση των οποίων δεν μπορεί να προσδιοριστεί από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Η μάχη της αντιπολίτευσης και ο παράγοντας Αλέξης Τσίπρας
Ένα από τα πλέον ενδιαφέροντα στοιχεία της έρευνας αφορά τη σχέση μεταξύ εκλογικής επιρροής και αντιπολιτευτικής αξιοπιστίας.
Παρότι η ΕΛ.Α.Σ. του Αλέξη Τσίπρα καταγράφεται οριακά μπροστά από το ΠΑΣΟΚ στην πρόθεση ψήφου, η εικόνα αντιστρέφεται όταν οι πολίτες καλούνται να αξιολογήσουν την αξιοπιστία των δύο κομμάτων ως αντιπολιτευτικών δυνάμεων.
Στο συγκεκριμένο ερώτημα, το ΠΑΣΟΚ συγκεντρώνει 24%, έναντι 16% της ΕΛ.Α.Σ., καταγράφοντας προβάδισμα οκτώ ποσοστιαίων μονάδων.
Ωστόσο, το σημαντικότερο ίσως εύρημα είναι ότι το 60% των ερωτηθέντων δεν επιλέγει κανένα από τα δύο κόμματα ως αξιόπιστη αντιπολιτευτική δύναμη.
Το στοιχείο αυτό αναδεικνύει τη δυσκολία συγκρότησης μιας ευρύτερα αποδεκτής αντιπολιτευτικής πρότασης και δείχνει ότι η εκλογική επιρροή δεν ταυτίζεται απαραίτητα με την εμπιστοσύνη των πολιτών στην άσκηση αντιπολίτευσης.
Η παρουσία του Αλέξη Τσίπρα στον δημοσκοπικό ανταγωνισμό αποτελεί παράμετρο των νέων πολιτικών ισορροπιών. Το ερώτημα που προκύπτει είναι κατά πόσο η καταγραφόμενη επιρροή της ΕΛ.Α.Σ. μπορεί να αποκτήσει σταθερά χαρακτηριστικά και πώς θα διαμορφωθεί η σχέση της με τους υπόλοιπους σχηματισμούς του προοδευτικού χώρου.
Αντίστοιχα, για το ΠΑΣΟΚ, το ζητούμενο που αναδεικνύεται από τη δημοσκόπηση είναι η σχέση μεταξύ της υψηλότερης αντιπολιτευτικής αξιοπιστίας που του αποδίδεται και της χαμηλότερης εκλογικής του καταγραφής σε σύγκριση με την ΕΛ.Α.Σ.
Η ακρίβεια στο επίκεντρο της πολιτικής αντιπαράθεσης
Πέρα από τους κομματικούς συσχετισμούς, η οικονομική καθημερινότητα αναδεικνύεται σε καθοριστικό πεδίο της δημόσιας συζήτησης.
Σύμφωνα με τη δημοσκόπηση της Interview για το POLITIC, το 63% των ερωτηθέντων θεωρεί ότι η ελληνική κυβέρνηση φέρει την κύρια ευθύνη για την ακρίβεια, ενώ το 34% αποδίδει το πρόβλημα στις διεθνείς συγκρούσεις.
Η διαφορά των 29 ποσοστιαίων μονάδων είναι ενδεικτική του τρόπου με τον οποίο οι πολίτες αντιλαμβάνονται την ευθύνη για την αύξηση του κόστους ζωής.
Οι συνέπειες της ακρίβειας καταγράφονται και στην καθημερινότητα.
Το 27% δηλώνει ότι περιορίζει τη χρήση θέρμανσης ή κλιματισμού, το 21% μειώνει την κατανάλωση ηλεκτρικού ρεύματος, ενώ το 13% αντιμετωπίζει δυσκολίες στην πληρωμή των λογαριασμών ενέργειας.
Παράλληλα, το 11% χρησιμοποιεί λιγότερο το αυτοκίνητο και το 7% στρέφεται περισσότερο στα μέσα μαζικής μεταφοράς.
Ανάλογες προσαρμογές παρατηρούνται στις καταναλωτικές συνήθειες, με τους πολίτες να περιορίζουν μη απαραίτητες αγορές, να αναζητούν προσφορές και να συγκρίνουν τιμές.
Εξίσου αποκαλυπτική είναι η συναισθηματική διάσταση της ακρίβειας: το 32% εκφράζει ανησυχία για το μέλλον, το 27% θυμό και το 15% απελπισία.
Τα στοιχεία αυτά δείχνουν ότι η οικονομική πίεση δεν περιορίζεται στους οικογενειακούς προϋπολογισμούς, αλλά συνδέεται και με το αίσθημα ανασφάλειας για την επόμενη ημέρα.
Το κατά πόσο αυτή η δυσαρέσκεια θα μεταφραστεί σε μεταβολές της εκλογικής συμπεριφοράς αποτελεί ένα από τα βασικά ερωτήματα για την επόμενη περίοδο.
Αυτοδυναμία ή κυβέρνηση συνεργασίας; Το μεγάλο μετεκλογικό δίλημμα
Η δημοσκόπηση καταγράφει σχεδόν ισομοιρασμένη την κοινή γνώμη ως προς το επιθυμητό μοντέλο διακυβέρνησης.
Συγκεκριμένα, το 46% θεωρεί καλύτερη λύση για τη χώρα μια αυτοδύναμη κυβέρνηση, ενώ το 44% προτιμά κυβέρνηση συνεργασίας.
Η μικρή διαφορά μεταξύ των δύο επιλογών δείχνει ότι δεν υπάρχει σαφής κοινωνική πλειοψηφία υπέρ ενός συγκεκριμένου μοντέλου.
Ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η στάση των πολιτών απέναντι στο ενδεχόμενο επαναληπτικών εκλογών.
Το 54% προτιμά τον σχηματισμό κυβέρνησης μέσα από μία εκλογική αναμέτρηση, ενώ το 38% θεωρεί καλύτερη τη διεξαγωγή δύο αναμετρήσεων.
Η συνύπαρξη αυτών των δύο ευρημάτων δημιουργεί ένα ουσιαστικό πολιτικό ερώτημα: πώς μπορεί να προκύψει κυβερνητική λύση από μία εκλογική διαδικασία, εάν η κατανομή των κοινοβουλευτικών εδρών δεν επιτρέψει τον σχηματισμό αυτοδύναμης κυβέρνησης;
Η απάντηση θα εξαρτηθεί από το πραγματικό εκλογικό αποτέλεσμα, τον αριθμό των κομμάτων που θα εισέλθουν στη Βουλή και τις πολιτικές αποφάσεις που θα ληφθούν μετά την κάλπη.
Τα σενάρια για τις επόμενες εκλογές
Με βάση τη δημοσκοπική εικόνα, μπορούν να εξεταστούν διαφορετικά μετεκλογικά ενδεχόμενα, χωρίς κανένα από αυτά να μπορεί σήμερα να θεωρηθεί δεδομένο.
Πρώτο σενάριο: Σχηματισμός αυτοδύναμης κυβέρνησης.
Το ενδεχόμενο αυτό προϋποθέτει την εξασφάλιση της απαιτούμενης κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας από ένα κόμμα. Η δημοσκόπηση καταγράφει την πρόθεση ψήφου, αλλά δεν παρέχει επαρκή στοιχεία για ασφαλή μετατροπή των ποσοστών σε κοινοβουλευτικές έδρες.
Δεύτερο σενάριο: Κυβέρνηση συνεργασίας.
Εάν δεν προκύψει αυτοδυναμία, οι διερευνητικές διαδικασίες και οι πιθανές προγραμματικές συγκλίσεις μεταξύ κομμάτων θα αποκτήσουν κεντρική σημασία. Οι πολιτικές διαφορές, οι κοινοβουλευτικοί συσχετισμοί και η στάση των κομματικών ηγεσιών θα αποτελέσουν κρίσιμους παράγοντες.
Τρίτο σενάριο: Αδυναμία σχηματισμού κυβέρνησης και νέα εκλογική αναμέτρηση.
Σε περίπτωση που δεν καταστεί δυνατός ο σχηματισμός κυβέρνησης σύμφωνα με τις συνταγματικές διαδικασίες, το ενδεχόμενο νέας προσφυγής στις κάλπες θα βρεθεί στο προσκήνιο. Ωστόσο, η συγκεκριμένη δημοσκόπηση δείχνει ότι η επιλογή αυτή δεν αποτελεί την προτίμηση της πλειονότητας των ερωτηθέντων.
Τέταρτο σενάριο: Μεταβολή των κομματικών συσχετισμών έως τις εκλογές.
Η μικρή διαφορά μεταξύ ΕΛ.Α.Σ. και ΠΑΣΟΚ, η παρουσία πολλών μικρότερων κομμάτων κοντά στο όριο κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης και το 9,1% των αναποφάσιστων συνθέτουν μια εικόνα στην οποία οι τελικές ισορροπίες παραμένουν ανοιχτές.
Οι επόμενες δημοσκοπήσεις, οι πολιτικές εξελίξεις και κυρίως η πραγματική εκλογική συμπεριφορά θα δείξουν εάν οι σημερινές καταγραφές θα διατηρηθούν ή θα μεταβληθούν.
Ο κατακερματισμός του πολιτικού σκηνικού και ο ρόλος των μικρότερων κομμάτων
Η παρουσία αρκετών κομμάτων με ποσοστά κοντά στο 3% αποτελεί ακόμη ένα σημαντικό στοιχείο της έρευνας.
Η ΕΛΠΙΔΑ, η Συμμαχία Ελλήνων, η Φωνή Λογικής, το ΜέΡΑ25 και η Πλεύση Ελευθερίας καταγράφονται σε ένα περιορισμένο εύρος ποσοστών.
Στο ελληνικό εκλογικό σύστημα, το όριο του 3% για την είσοδο στη Βουλή καθιστά την τελική επίδοση αυτών των σχηματισμών ιδιαίτερα σημαντική για την κοινοβουλευτική σύνθεση.
Ο αριθμός των κομμάτων που θα εξασφαλίσουν κοινοβουλευτική εκπροσώπηση επηρεάζει την κατανομή των εδρών και, κατά συνέπεια, τις δυνατότητες σχηματισμού κυβέρνησης.
Αυτό σημαίνει ότι η συζήτηση για την επόμενη ημέρα των εκλογών δεν περιορίζεται στις επιδόσεις των μεγαλύτερων κομμάτων, αλλά περιλαμβάνει και τη δυναμική των μικρότερων πολιτικών σχηματισμών.
Το πολιτικό διακύβευμα της επόμενης περιόδου
Η δημοσκόπηση της Interview για το POLITIC καταγράφει τρία βασικά χαρακτηριστικά της σημερινής πολιτικής συγκυρίας.
Πρώτον, τη σημαντική δημοσκοπική απόσταση της Νέας Δημοκρατίας από τους υπόλοιπους πολιτικούς σχηματισμούς, παρά την έντονη δυσαρέσκεια που εκφράζεται για την ακρίβεια.
Δεύτερον, την ανταγωνιστική σχέση ΕΛ.Α.Σ. και ΠΑΣΟΚ, με διαφορετικές επιδόσεις στην πρόθεση ψήφου και στην αντιπολιτευτική αξιοπιστία.
Και τρίτον, τη σχεδόν ισομερή κατανομή των προτιμήσεων μεταξύ αυτοδύναμης κυβέρνησης και κυβέρνησης συνεργασίας, σε συνδυασμό με την επιθυμία της πλειονότητας να προκύψει κυβερνητική λύση από μία εκλογική αναμέτρηση.
Η πολιτική συζήτηση το επόμενο διάστημα αναμένεται να επικεντρωθεί στο κόστος ζωής, στην αξιοπιστία των εναλλακτικών προτάσεων διακυβέρνησης και στις προϋποθέσεις πολιτικής σταθερότητας.
Το βασικό συμπέρασμα από τη συγκεκριμένη δημοσκοπική καταγραφή είναι ότι η πρωτιά στην πρόθεση ψήφου, η αντιπολιτευτική αξιοπιστία και η δυνατότητα σχηματισμού κυβέρνησης αποτελούν τρία διαφορετικά πολιτικά ζητήματα. Και ενώ οι σημερινοί αριθμοί αποτυπώνουν τις υφιστάμενες τάσεις, η τελική απάντηση για τη σύνθεση της επόμενης Βουλής και το μοντέλο διακυβέρνησης θα δοθεί αποκλειστικά από την εκλογική διαδικασία














