Από τον κατακερματισμό στη σύγκλιση: ο ΣΥΡΙΖΑ μπροστά σε μια νέα ταυτότητα
Η απόφαση του Σωκράτη Φάμελλου να εισηγηθεί και να περάσει, με ευρεία πλειοψηφία στην Πολιτική Γραμματεία του ΣΥΡΙΖΑ, τη γραμμή της «συμπόρευσης» με τον Αλέξη Τσίπρα αποτελεί ίσως την πιο κρίσιμη πολιτική μετατόπιση στον χώρο της ευρύτερης Αριστεράς μετά την εκλογική κατάρρευση του 2023. Δεν είναι μια απλή χειρονομία ενότητας· είναι μια προσπάθεια επαναπροσδιορισμού του ίδιου του ρόλου του ΣΥΡΙΖΑ στο μετα-Τσιπρικό τοπίο.
Το προσκήνιο: Από τη φθορά στην αναζήτηση ταυτότητας
Η κίνηση Φάμελλου έρχεται σε μια στιγμή βαθιάς αμηχανίας για τον ΣΥΡΙΖΑ. Η ηγεσία του, εγκλωβισμένη ανάμεσα στην ανάγκη για ανανέωση και την απώλεια πολιτικού προσανατολισμού, βλέπει τη δημόσια παρουσία του Τσίπρα να διατηρεί απήχηση, παρά τη θεσμική του αποχώρηση από τη Βουλή. Ο Φάμελλος, άνθρωπος ήπιων τόνων και με θεσμική εικόνα, φαίνεται να επέλεξε να κινηθεί ρεαλιστικά και όχι συναισθηματικά: αναγνωρίζοντας ότι ο ΣΥΡΙΖΑ χωρίς Τσίπρα παραμένει πολιτικά ατροφικός, επιχειρεί μια στρατηγική επανασύνδεση — έστω και συμβολική.
Η πρόταση, σύμφωνα με κομματικές πηγές, δεν αιφνιδίασε τον στενό πυρήνα της ηγεσίας. Είχε προηγηθεί κύκλος άτυπων επαφών με στελέχη που διατηρούν ανοικτή γραμμή με τον πρώην πρωθυπουργό, τα οποία μετέφεραν το μήνυμα πως «η κοινωνική βάση του ΣΥΡΙΖΑ παραμένει Τσιπρική, όποια κι αν είναι η ηγεσία».
Το παρασκήνιο: Οι ισορροπίες και οι σιωπές
Πίσω από τις δηλώσεις περί «ενότητας του προοδευτικού χώρου» κρύβεται ένα έντονο παιχνίδι εσωτερικών ισορροπιών.
Ο Φάμελλος επιχειρεί να ανακόψει τη φυγόκεντρη πορεία προς μια πολυδιάσπαση της Αριστεράς — όπου ο ΣΥΡΙΖΑ, οι «Κασσελακικοί», οι «Πολακικοί» και ο πιθανός νέος φορέας Τσίπρα θα ανταγωνίζονταν για το ίδιο κοινό.
Ωστόσο, η πρόταση συνάντησε αντίσταση. Ο Παύλος Πολάκης, παραμένοντας εκφραστής της σκληρής «αντισυστημικής» γραμμής, μίλησε για «διάσπαση», θεωρώντας πως η συμπόρευση υπονοεί υποταγή στον Τσίπρα και εγκατάλειψη της αυτόνομης πορείας που είχε χαράξει η τρέχουσα ηγεσία.
Από την άλλη πλευρά, στελέχη όπως ο Γιάννης Ραγκούσης και ο Νίκος Παππάς υποστήριξαν δημόσια την πρωτοβουλία, βλέποντάς την ως πραγματιστική απάντηση στην εκλογική ανυπαρξία της παρούσας φάσης.
Το παρασκήνιο μαρτυρά επίσης ότι υπήρξαν επαφές μεταξύ προσώπων του περιβάλλοντος Τσίπρα και μελών του Πολιτικού Συμβουλίου του ΣΥΡΙΖΑ, με αντικείμενο όχι απλώς τη συνεργασία, αλλά το ενδεχόμενο προγραμματικής σύγκλισης σε θεματικούς άξονες: πράσινη ανάπτυξη, εργασιακά, κοινωνικό κράτος. Ο Τσίπρας, αν και τυπικά εκτός κομματικών οργάνων, φαίνεται να κρατά ανοικτή την πόρτα μιας πιο θεσμικής εμπλοκής, χωρίς όμως να έχει ξεκαθαρίσει αν θα ηγηθεί νέου φορέα ή θα επιδιώξει επανένταξη μέσω «κοινής πλατφόρμας».
Οι δύο αναγνώσεις της συμπόρευσης
Για τους υποστηρικτές της πρωτοβουλίας, η κίνηση Φάμελλου αποτελεί αναγκαία υπέρβαση: ο ΣΥΡΙΖΑ μόνος του δεν διαθέτει πια ούτε δυναμική, ούτε κοινωνική εκπροσώπηση ικανή να τον επαναφέρει σε τροχιά εξουσίας. Μια ευρύτερη προοδευτική συμμαχία, με κεντρικό πρόσωπο τον Τσίπρα, μπορεί να λειτουργήσει ενοποιητικά απέναντι στη δεξιά ηγεμονία του Μητσοτάκη.
Οι επικριτές, ωστόσο, βλέπουν ένδειξη αδυναμίας. Θεωρούν ότι η συμπόρευση δεν είναι πολιτική επιλογή, αλλά «παραδοχή ήττας» — μια απόπειρα να αναστηθεί η παλιά ταυτότητα μέσω της αύρας του Τσίπρα. Υπογραμμίζουν ότι η απήχηση του πρώην πρωθυπουργού δεν είναι δεδομένη: η κοινή γνώμη τον θεωρεί υπεύθυνο για το κυβερνητικό παρελθόν του ΣΥΡΙΖΑ, ενώ οι νέες γενιές ψηφοφόρων δεν συγκινούνται από τη ρητορική του 2015.
Τα νέα δεδομένα στον χώρο της Αριστεράς
Σε επίπεδο συσχετισμών, η πρόταση Φάμελλου επιταχύνει τις διεργασίες για αναδιάταξη της αριστερής πτέρυγας. Αν ο Τσίπρας κινηθεί προς τη δημιουργία πολιτικού κινήματος «εκτός κομμάτων», όπως φημολογείται, η συμπόρευση μπορεί να λειτουργήσει ως προγεφύρωμα συνεργασίας στις ευρωεκλογές ή και σε μελλοντικό κυβερνητικό σενάριο.
Η στάση των μικρότερων αριστερών σχηματισμών (ΜέΡΑ25, Νέα Αριστερά, εξωκοινοβουλευτική Αριστερά) θα παίξει ρόλο: μια οργανική σύγκλιση ΣΥΡΙΖΑ-Τσίπρα ίσως λειτουργήσει απορροφητικά εις βάρος τους, αλλά και με κίνδυνο να χαθεί η πολιτική καθαρότητα που τους διαφοροποιεί.
Οι πιθανότητες επιτυχίας
Η επιτυχία ή αποτυχία της συμπόρευσης θα κριθεί από τρεις παράγοντες:
- Το αν θα υπάρξει πολιτική ειλικρίνεια. Αν η συνεργασία εκληφθεί ως τακτικισμός και όχι ως ουσιαστική προγραμματική σύνθεση, θα αποτύχει όπως παλαιότερες «ενωτικές» προσπάθειες.
- Τη διαχείριση των εσωτερικών αντιθέσεων. Ο ΣΥΡΙΖΑ παραμένει διχασμένος ανάμεσα στους ρεαλιστές και τους «κινηματικούς». Αν η ηγεσία δεν βρει κοινό βηματισμό, η συμπόρευση θα λειτουργήσει ως καταλύτης νέας διάσπασης.
- Την κοινωνική ανταπόκριση. Αν η πρωτοβουλία αποδειχθεί ικανή να ξαναφέρει στο προσκήνιο τα μεσαία στρώματα που εγκατέλειψαν τον ΣΥΡΙΖΑ μετά το 2019, τότε μπορεί να αποκτήσει νόημα. Αν όμως περιοριστεί σε κομματικό χειρισμό κορυφής, θα ξεφουσκώσει γρήγορα.
Η πρόταση Φάμελλου δεν είναι ούτε προδοσία ούτε πανάκεια. Είναι μια ρεαλιστική – αλλά επικίνδυνη – απόπειρα πολιτικής ανασύνθεσης.
Αν αποδειχθεί ότι αποτελεί προοίμιο μιας ειλικρινούς ενότητας της Αριστεράς, θα γραφτεί ως θετική τομή. Αν, αντίθετα, λειτουργήσει ως προσωρινό καταφύγιο για κομματικά στελέχη που φοβούνται την εκλογική εξαφάνιση, θα οδηγήσει σε έναν ακόμη κατακερματισμό του χώρου.
Η ελληνική Αριστερά βρίσκεται ξανά μπροστά στο γνώριμο δίλημμα: να συμπορευτεί για να επιβιώσει ή να επιμείνει στην καθαρότητα και να συρρικνωθεί.
Το επόμενο εξάμηνο θα δείξει αν η πρωτοβουλία Φάμελλου ήταν προοίμιο ανασύνταξης ή απλώς η αρχή ενός νέου κύκλου εσωστρέφειας.













