Δεν ήταν αριθμός.
Ήταν ονόματα.
Ήταν χέρια που δούλεψαν,
μάτια που αγάπησαν,
στόματα που ψιθύρισαν «μάνα»
μέσα σε πέτρινα κελιά.
Από το Χαϊδάρι ως την Καισαριανή
η αυγή περπάτησε βαριά.
Η Πρωτομαγιά δεν φόρεσε στεφάνι,
μα κόκκινο ουρανό.
Τους φώναξαν έναν έναν.
Κι εκείνοι σηκώθηκαν
σαν να πήγαιναν σε γιορτή ελευθερίας.
Κανείς δεν ζήτησε έλεος.
Κανείς δεν λύγισε το γόνατο.
Μονάχα ένα βλέμμα αντάλλαξαν —
καθαρό.
Σαν να έλεγαν:
«Η ζωή δεν τελειώνει εδώ.
Αλλάζει χέρια.»
Στο σκοπευτήριο
η γη κράτησε την ανάσα της.
Τα δέντρα στάθηκαν προσοχή.
Κι ο ήλιος, μάρτυρας σιωπηλός,
ανέβαινε αργά
για να μη χάσει στιγμή.
Στάθηκαν όρθιοι.
Στον θάνατο ατρόμητοι.
Με βλέμμα καθαρό.
Κι όταν ο κρότος έσκισε τον αέρα,
δεν έσβησε φωνή —
πολλαπλασιάστηκε.
Έγιναν διακόσιες σπίθες.
Διακόσιες ρίζες βαθιές
στη μνήμη του τόπου.
Κάθε Πρωτομαγιά
ανθίζουν ξανά.
Όχι σαν θρήνος —
μα σαν υπόσχεση.












