Η βρετανική στροφή υπέρ της Άγκυρας, η γερμανική ανοχή και η νέα γεωπολιτική εξίσωση στο Αιγαίο. Γιατί η Ελλάδα δεν πρέπει να εφησυχάζει – αλλά ούτε και να πανικοβάλλεται
Η πρόσφατη απόφαση του Ηνωμένου Βασιλείου να εγκρίνει την πώληση 20 μαχητικών Eurofighter Typhoon στην Τουρκία δεν είναι απλώς μια εμπορική συμφωνία. Είναι μια πολιτική πράξη υψηλού συμβολισμού, που δείχνει πώς η Δύση αντιλαμβάνεται την ανάγκη να «δέσει» εκ νέου την Άγκυρα στο ΝΑΤΟϊκό άρμα — ακόμη και αν αυτό συνεπάγεται βραχυπρόθεσμες τριβές με την Αθήνα ή την Ουάσιγκτον.
Η απόφαση του Κιρ Στάρμερ ήρθε ύστερα από μήνες βρετανικής πίεσης προς τη Γερμανία, που τελικά υπέκυψε στις πιέσεις του Λονδίνου και των βιομηχανικών συμφερόντων της Airbus και της BAE Systems. Για το Βερολίνο, η έγκριση των εξαγωγών ήταν περισσότερο μια αναγκαστική πολιτική πράξη παρά μια στρατηγική επιλογή. Στο Λονδίνο, αντίθετα, η συμφωνία αντιμετωπίστηκε ως διπλό κέρδος: ενίσχυση της αμυντικής βιομηχανίας και αναβάθμιση του ρόλου της Βρετανίας ως πολιτικού μεσολαβητή ανάμεσα στη Δύση και την Τουρκία του Ερντογάν.
Η Άγκυρα κερδίζει πολλά. Καλύπτει το τεράστιο κενό που δημιούργησε ο αποκλεισμός της από το πρόγραμμα των F-35, αποκτά σύγχρονα ευρωπαϊκά μαχητικά και στέλνει μήνυμα στο εσωτερικό της κοινής γνώμης ότι δεν είναι «απομονωμένη». Επιπλέον, αποκτά χρόνο για να ωριμάσει το εγχώριο πρόγραμμα του KAAN, το οποίο βρίσκεται ακόμη μακριά από επιχειρησιακή ετοιμότητα.
Η Ελλάδα, από την πλευρά της, έχει κάθε λόγο να παρακολουθεί τις εξελίξεις ψύχραιμα αλλά και με αυξημένη επαγρύπνηση. Ο συσχετισμός αεροπορικής ισχύος στο Αιγαίο παραμένει υπέρ της, χάρη στα Rafale, στα επερχόμενα F-35, και στη γενικότερη τεχνολογική υπεροχή της ΠΑ σε αισθητήρες, όπλα και διαλειτουργικότητα. Ωστόσο, η είσοδος των Eurofighter στο τουρκικό οπλοστάσιο —ειδικά εάν συνοδευτεί από προηγμένα ευρωπαϊκά όπλα αέρος-αέρος— θα επαναφέρει την ισορροπία σε πιο οριακά επίπεδα την επόμενη δεκαετία.
Αυτό που αλλάζει δεν είναι μόνο ο αριθμητικός συσχετισμός. Είναι και το πολιτικό μήνυμα: οι μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις επαναφέρουν την Τουρκία στη Δύση, αποδεχόμενες τις ιδιομορφίες της, ταυτόχρονα όμως περιορίζοντας τον χώρο διπλωματικής πρωτοβουλίας της Ελλάδας. Όταν το Βερολίνο και το Λονδίνο θεωρούν την Άγκυρα «αναγκαίο κακό» για την ασφάλεια του ΝΑΤΟ, η Αθήνα οφείλει να αναζητήσει νέα περιθώρια επιρροής, όχι να στηρίζεται μόνο στις αμυντικές προμήθειες.
Η αγορά των Eurofighter δεν σημαίνει ότι η Τουρκία υπερτερεί ξαφνικά. Σημαίνει όμως ότι η εποχή της απόλυτης ελληνικής υπεροχής είναι σύντομη — και ότι η ισορροπία του τρόμου επιστρέφει στο Αιγαίο με νέους όρους, πιο τεχνολογικούς, πιο δικτυοκεντρικούς και πιο απρόβλεπτους.
Η Ελλάδα πρέπει να απαντήσει όχι με αγωνία, αλλά με στρατηγική αυτοπεποίθηση. Να ολοκληρώσει ταχέως το πρόγραμμα των F-35, να ενισχύσει τα UAV και την κυβερνοάμυνά της, και κυρίως να επενδύσει στη διπλωματία της επιρροής, όχι της αντίδρασης.
Η Τουρκία ξαναμπαίνει στο δυτικό αεροπορικό club. Το ερώτημα είναι αν η Ελλάδα θα μείνει ικανοποιημένη με το ρόλο του καλού μαθητή ή αν θα επιδιώξει να γίνει διαμορφωτής ισορροπιών σε μια Ευρώπη που ξαναχαράζει τις κόκκινες γραμμές της.















