Η Σύνοδος Κορυφής της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις Βρυξέλλες έκλεισε με μια σειρά θεμάτων που αποτυπώνουν τις προκλήσεις αλλά και τις μεταβατικές ισορροπίες που διαμορφώνονται στην Ευρώπη: από την κοινή άμυνα και την ενεργειακή μετάβαση, μέχρι τη στεγαστική κρίση και τη στήριξη της Ουκρανίας. Στο επίκεντρο της αποτίμησης του Πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη κυριάρχησαν ο ρεαλισμός, η ευελιξία και η επιμονή σε μια πιο ενωμένη αλλά και πρακτικά αποτελεσματική Ευρώπη.
Ευρωπαϊκή άμυνα με ελληνική υπογραφή
Ο Πρωθυπουργός επεσήμανε ότι η Ελλάδα στηρίζει σταθερά τη διαμόρφωση μιας κοινής ευρωπαϊκής αμυντικής πολιτικής, υπογραμμίζοντας τη σημασία του προγράμματος SAFE και της αντιπυραυλικής ασπίδας, προτάσεων που, όπως τόνισε, έχουν ελληνικό αποτύπωμα ήδη από το 2022. Η ιδέα ενός ευρωπαϊκού μηχανισμού χρηματοδότησης της άμυνας δεν έχει ακόμη ωριμάσει, ωστόσο ο κ. Μητσοτάκης εμφανίστηκε αισιόδοξος ότι «η ώρα της θα έρθει».
Η στάση της Ελλάδας απέναντι στη συμμετοχή της Τουρκίας στο SAFE παρέμεινε σταθερή: όσο υφίσταται το casus belli και οι αμφισβητήσεις της ελληνικής κυριαρχίας, δεν μπορεί να γίνει λόγος για ένταξη της Άγκυρας σε ευρωπαϊκά αμυντικά σχήματα. Το μήνυμα είναι σαφές και σταθερό, χωρίς ωστόσο να κλείνει οριστικά την πόρτα σε μια μελλοντική αλλαγή στάσης, εφόσον αλλάξει και η τουρκική πολιτική.
Στεγαστική κρίση: Ευρωπαϊκό πρόβλημα με εθνικές λύσεις
Η αναφορά του Πρωθυπουργού στη στεγαστική κρίση ήταν ίσως η πιο «κοινωνικά φορτισμένη» στιγμή της συνέντευξης. Για πρώτη φορά το ζήτημα συζητήθηκε σε ευρωπαϊκό επίπεδο, γεγονός που ο κ. Μητσοτάκης χαρακτήρισε «θετικό βήμα». Η Ελλάδα, όπως είπε, έχει ήδη ενεργοποιήσει μια σειρά μέτρων για τη στήριξη των ενοικιαστών και των νέων, ενώ προανήγγειλε νέες πρωτοβουλίες τον Νοέμβριο.
Η πρόταση για ευρωπαϊκή βάση δεδομένων με τις πολιτικές στέγασης των κρατών-μελών δείχνει πρόθεση συντονισμού και ανταλλαγής καλών πρακτικών. Ωστόσο, ο Πρωθυπουργός υπενθύμισε ότι πρόκειται πρωτίστως για εθνικό πεδίο πολιτικής, με την Ευρώπη να μπορεί να λειτουργήσει επικουρικά, προσφέροντας ευελιξία στη χρήση των ευρωπαϊκών κονδυλίων.
Green Deal και ανταγωνιστικότητα: η λεπτή ισορροπία
Η πράσινη μετάβαση αποτέλεσε έναν ακόμη άξονα των συζητήσεων. Ο κ. Μητσοτάκης στάθηκε στην ανάγκη ενός ρεαλιστικού Green Deal, το οποίο δεν θα επιβαρύνει υπέρμετρα τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις, ούτε θα υπονομεύσει την ευρωπαϊκή βιομηχανία.
Η ελληνική θέση, όπως την περιέγραψε, στηρίζεται σε έναν συνδυασμό φιλόδοξης περιβαλλοντικής πολιτικής και πρακτικής ευελιξίας. Οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας αναγνωρίστηκαν ως εργαλείο που μειώνει το ενεργειακό κόστος, ενώ στους πιο δύσκολους τομείς –όπως η ναυτιλία και οι αερομεταφορές– ο Πρωθυπουργός τάχθηκε κατά της πρόωρης επιβολής πρόσθετων βαρών χωρίς ώριμες τεχνολογικές λύσεις.
Η Ανατολική Μεσόγειος στο προσκήνιο
Ξεχωριστό ενδιαφέρον είχε και η αναφορά του κ. Μητσοτάκη στην πρωτοβουλία για ένα Φόρουμ των Παράκτιων Κρατών της Ανατολικής Μεσογείου. Η πρόταση, που ήδη έχει προκαλέσει συζητήσεις, επιχειρεί να θεσμοθετήσει έναν νέο διάλογο στην περιοχή με αφετηρία τον σεβασμό του Διεθνούς Δικαίου και του Δικαίου της Θάλασσας.
Η ιδέα, σύμφωνα με τον Πρωθυπουργό, παραμένει ανοιχτή και προς άλλες χώρες της περιοχής, υπό την προϋπόθεση ότι θα τηρηθούν οι βασικοί κανόνες συνεργασίας. Αν υλοποιηθεί, θα μπορούσε να αποτελέσει μια νέα πλατφόρμα συνεννόησης σε μια γεωπολιτικά ευαίσθητη γειτονιά.
Ένα βήμα τη φορά – αλλά προς την ίδια κατεύθυνση
Η συνολική εικόνα της συνέντευξης του Πρωθυπουργού αποτυπώνει μια Ελλάδα που επιδιώκει να τοποθετηθεί στο επίκεντρο των ευρωπαϊκών εξελίξεων, χωρίς υπερβολές αλλά με σαφήνεια στρατηγικού προσανατολισμού. Από την άμυνα έως την κοινωνική πολιτική και την πράσινη μετάβαση, η ελληνική θέση προβάλλει το αίτημα για ρεαλιστική ενοποίηση, όπου η Ευρώπη δεν θα παραμένει μόνο θεσμική, αλλά θα γίνεται και πιο ουσιαστικά πολιτική.















