Η σιωπηλή μετατόπιση του εκλογικού σώματος και το μήνυμα των πρόωρων καλπών

Η τελευταία δημοσκόπηση που δημοσιοποιήθηκε από την Interview για λογαριασμό της POLITIC δεν αποτελεί απλώς μια ακόμη καταγραφή τάσεων· συνιστά ένδειξη μιας βαθύτερης πολιτικής αναδιάταξης που βρίσκεται σε εξέλιξη.

Η υποχώρηση της Νέα Δημοκρατία στο 25,7% δεν είναι εντυπωσιακή σε απόλυτους αριθμούς, είναι όμως πολιτικά φορτισμένη. Σε μια περίοδο που η κυβέρνηση του Κυριάκος Μητσοτάκης διατηρεί ακόμη την πρωτιά στην καταλληλότητα διακυβέρνησης, η απώλεια σχεδόν τριών μονάδων μέσα σε έναν μήνα υποδηλώνει φθορά – όχι απαραίτητα κατακρήμνιση, αλλά σίγουρα διάβρωση εμπιστοσύνης.

Την ίδια στιγμή, το ΠΑΣΟΚ υπό τον Νίκος Ανδρουλάκη φαίνεται να έχει εγκλωβιστεί σε μια σταθερότητα χωρίς δυναμική. Το 13,5% δεν είναι αμελητέο ποσοστό, αλλά δεν συνιστά και προοπτική εξουσίας. Είναι ένα πολιτικό «ταβάνι» που δεν έχει ακόμη διαρραγεί.

Ωστόσο, η πραγματική είδηση δεν βρίσκεται ούτε στην πτώση της κυβέρνησης ούτε στη στασιμότητα της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Βρίσκεται στην αιφνίδια εμφάνιση του κόμματος της Μαρία Καρυστιανού ως τρίτης δύναμης με 7,9%. Πρόκειται για ένα σαφές μήνυμα δυσαρέσκειας, αλλά και αναζήτησης νέας πολιτικής εκπροσώπησης. Όταν ένα νεοσύστατο πολιτικό εγχείρημα καταγράφεται τόσο ψηλά από την πρώτη του εμφάνιση, δεν πρόκειται για συγκυριακό φαινόμενο· είναι ένδειξη κενού στο πολιτικό σύστημα.

Αυτό το κενό επιβεβαιώνεται και από ένα άλλο εύρημα: το 26,6% των πολιτών θεωρεί ότι «κανένας» δεν είναι κατάλληλος για τη διακυβέρνηση. Πρόκειται για ένα εξαιρετικά υψηλό ποσοστό πολιτικής απονομιμοποίησης. Με απλά λόγια, ένας στους τέσσερις ψηφοφόρους δεν εμπιστεύεται κανέναν από τους υπάρχοντες πολιτικούς ηγέτες.

Ακόμη πιο ανησυχητικό – ή, αν θέλει κανείς, αποκαλυπτικό – είναι το γεγονός ότι το 56% των πολιτών ζητά πρόωρες εκλογές. Σε ένα τυπικά σταθερό κυβερνητικό περιβάλλον, ένα τέτοιο ποσοστό θα ήταν αδιανόητο. Σήμερα όμως αντανακλά μια κοινωνία που δεν περιμένει απλώς το τέλος της τετραετίας· το επιθυμεί να έρθει νωρίτερα.

Η δυσαρέσκεια αυτή δεν είναι αφηρημένη. Συνδέεται με συγκεκριμένα ζητήματα, όπως το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, όπου οι πολίτες αποδίδουν ευθύνες κυρίως σε πολιτικές παρεμβάσεις και διαχρονικές παθογένειες. Το αφήγημα της «αποτελεσματικής διακυβέρνησης» φαίνεται να δοκιμάζεται όταν έρχεται αντιμέτωπο με αντιλήψεις περί ρουσφετιού και πελατειακών σχέσεων. Παράλληλα, η συζήτηση για το εκλογικό σύστημα αποκαλύπτει μια ενδιαφέρουσα αντίφαση: οι πολίτες επιθυμούν αλλαγές, αλλά όχι ριζικές. Προτιμούν έναν συνδυασμό σταυρού και λίστας, δείχνοντας ότι θέλουν να διατηρήσουν τον έλεγχο της επιλογής προσώπων, χωρίς όμως να αγνοούν τις παθογένειες του υπάρχοντος συστήματος.

Συνολικά, η εικόνα που προκύπτει δεν είναι αυτή μιας πολιτικής ανατροπής, αλλά μιας σταδιακής μετατόπισης. Η κυβέρνηση φθείρεται, η αντιπολίτευση δεν κεφαλαιοποιεί επαρκώς, και νέοι παίκτες αρχίζουν να εμφανίζονται. Το εκλογικό σώμα δεν έχει ακόμη αποφασίσει πού θα στραφεί, αλλά είναι σαφές ότι αναζητά κάτι διαφορετικό.

Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν θα γίνουν πρόωρες εκλογές. Είναι αν το πολιτικό σύστημα μπορεί να ανταποκριθεί στο μήνυμα που ήδη εκπέμπεται: ότι η εμπιστοσύνη δεν είναι δεδομένη και ότι οι πολίτες είναι έτοιμοι να την ανακατανείμουν.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
ΣΧΟΛΙΑ

Αφήστε μια απάντηση

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Post comment