Συνταγματική αναθεώρηση, μεταρρυθμίσεις και το ερώτημα της εμπιστοσύνης
Η κυριακάτικη ανασκόπηση του πρωθυπουργού αποτυπώνει με σαφήνεια τη στρατηγική αφήγηση της κυβέρνησης: θεσμικές αλλαγές με ορίζοντα δεκαετίας, έμφαση στη λειτουργικότητα του κράτους και ένα αφήγημα «ωρίμανσης» της ελληνικής Δημοκρατίας ενόψει του 2030. Η έναρξη του διαλόγου για τη Συνταγματική Αναθεώρηση παρουσιάζεται ως κορωνίδα αυτής της προσπάθειας. Το κρίσιμο ερώτημα, ωστόσο, δεν είναι αν οι προτάσεις έχουν λογική συνοχή, αλλά αν μπορούν να οικοδομήσουν κοινωνική και πολιτική εμπιστοσύνη.
Οι κυβερνητικές προτάσεις —δημοσιονομική σταθερότητα στο Σύνταγμα, αλλαγή στον νόμο περί ευθύνης υπουργών, μη κρατικά πανεπιστήμια, αξιολόγηση στο Δημόσιο με πιθανή άρση μονιμότητας— αγγίζουν διαχρονικές παθογένειες. Εκεί ακριβώς εστιάζει και η αντιπολίτευση: όχι τόσο στο «τι», όσο στο «πώς» και στο «για ποιον».
Η αξιωματική αντιπολίτευση κατηγορεί την κυβέρνηση ότι χρησιμοποιεί τη συνταγματική αναθεώρηση ως όχημα ιδεολογικών επιλογών που ευνοούν την αγορά εις βάρος του κοινωνικού κράτους. Η συνταγματική κατοχύρωση της δημοσιονομικής σταθερότητας, λένε, κινδυνεύει να λειτουργήσει ως μόνιμος «κόφτης» κοινωνικών δαπανών. Αντίστοιχα, η συζήτηση για άρση της μονιμότητας στο Δημόσιο ερμηνεύεται ως απόπειρα μετακύλισης των ευθυνών της διοικητικής αναποτελεσματικότητας στους εργαζόμενους και όχι στο πολιτικό σύστημα που διοικεί.
Στο πεδίο της Παιδείας, η κυβέρνηση επιδιώκει να αποσυνδέσει το Λύκειο από τον αποκλειστικό ρόλο των Πανελλαδικών και να εισαγάγει το Εθνικό Απολυτήριο ως εκπαιδευτικό αντίβαρο. Η αντιπολίτευση, όμως, επισημαίνει τον κίνδυνο ενός σχολείου πολλών ταχυτήτων, όπου η αξιολόγηση και η «αυτονομία» μπορεί να διευρύνουν τις κοινωνικές ανισότητες, ιδιαίτερα σε περιοχές με λιγότερους πόρους.
Ανάλογη είναι η εικόνα και στην αγορά εργασίας. Τα θετικά στατιστικά για την ανεργία και τη γυναικεία απασχόληση αποτελούν αναμφίβολα πρόοδο. Όμως τα κόμματα της αντιπολίτευσης αντιπαραθέτουν την ποιότητα της εργασίας: χαμηλοί μισθοί, ελαστικές μορφές απασχόλησης και ακρίβεια που «ακυρώνει» τα μακροοικονομικά κέρδη στην καθημερινότητα των πολιτών.
Στο μεταναστευτικό, η κυβερνητική ρητορική συνδυάζει ασφάλεια, ανθρωπισμό και μηδενική ανοχή στους διακινητές. Η αντιπολίτευση, χωρίς να αμφισβητεί την ανάγκη φύλαξης των συνόρων, θέτει επίμονα το ζήτημα της διαφάνειας και της λογοδοσίας, ειδικά μετά από τραγικά ναυάγια, προειδοποιώντας ότι η επίκληση της εθνικής ασφάλειας δεν μπορεί να λειτουργεί ως ασπίδα απέναντι στον έλεγχο.
Τέλος, οι αναφορές στην καινοτομία, την πράσινη μετάβαση και την ψηφιοποίηση —από τη Χάλκη έως την ψηφιακή πύλη πολιτισμού— δείχνουν μια Ελλάδα που θέλει να κοιτάξει μπροστά. Η κριτική εδώ είναι πιο ήπια αλλά ουσιαστική: πόσο αυτά τα παραδείγματα μπορούν να γενικευθούν και να μην μείνουν νησίδες επιτυχίας σε μια χώρα άνισων ταχυτήτων;
Συμπερασματικά, η ανασκόπηση του πρωθυπουργού σκιαγραφεί ένα συνεκτικό κυβερνητικό σχέδιο. Η αντιπολίτευση, από την πλευρά της, υπενθυμίζει ότι οι θεσμικές αλλαγές δεν κρίνονται μόνο από την πρόθεση αλλά από το κοινωνικό τους αποτύπωμα. Η συνταγματική αναθεώρηση, αν όντως «μας υπερβαίνει όλους», θα κριθεί από το αν θα αποτελέσει πεδίο ειλικρινούς σύνθεσης ή απλώς μια ακόμη μεγάλη πολιτική αφήγηση χωρίς το αντίστοιχο κοινωνικό συμβόλαιο.















