Γράφει ο Κώστας Πορτοκάλης
Η πολιτική δεν συγχωρεί τα κενά. Και όταν ένα κόμμα δεν καταφέρνει να πείσει ότι αποτελεί τη φυσική εναλλακτική πρόταση εξουσίας, τότε το πρόβλημα παύει να είναι εκλογικό και μετατρέπεται σε υπαρξιακό. Αυτό ακριβώς φαίνεται να συμβαίνει σήμερα με το ΠΑΣΟΚ υπό την ηγεσία του Νίκος Ανδρουλάκης, όπως υποστηρίζει και η πρόσφατη αρθρογραφία του Capital.gr, η οποία θέτει ευθέως το ερώτημα για το μέλλον και τον ρόλο της παράταξης στο πολιτικό σύστημα.
Η χαμένη ευκαιρία της συγκυρίας
Αν εξετάσει κανείς ψυχρά τα δεδομένα των τελευταίων τριών ετών, το ΠΑΣΟΚ βρέθηκε μπροστά σε μια ιστορική ευκαιρία. Η φθορά της κυβέρνησης, η αποσύνθεση του ΣΥΡΙΖΑ μετά την εκλογική κατάρρευση του 2023 και η αναζήτηση ενός νέου κεντροαριστερού αφηγήματος δημιουργούσαν τις ιδανικές προϋποθέσεις για μια θεαματική επιστροφή.
Πράγματι, υπήρξαν στιγμές όπου το κόμμα έδειξε να ανακτά πολιτικό έδαφος, φτάνοντας ακόμη και στη δεύτερη θέση σε ορισμένες μετρήσεις. Τότε η ηγεσία μιλούσε για μια μακρά πορεία επιστροφής προς την κυβερνητική προοπτική.
Ωστόσο, η δυναμική αυτή δεν μετατράπηκε ποτέ σε πραγματικό πολιτικό ρεύμα. Το ΠΑΣΟΚ κατάφερε να αυξήσει την επιρροή του, αλλά όχι να εμπνεύσει. Να ανακάμψει, αλλά όχι να κυριαρχήσει.
Το πρόβλημα δεν είναι δημοσκοπικό
Στη Χαριλάου Τρικούπη συχνά αποδίδουν τις δυσκολίες σε αντιφατικές μετρήσεις ή σε στρεβλώσεις της δημοσκοπικής αγοράς. Πράγματι, υπάρχουν σημαντικές αποκλίσεις μεταξύ ερευνών, γεγονός που έχει προκαλέσει δημόσιες αντιδράσεις από στελέχη του κόμματος.
Όμως η ουσία βρίσκεται αλλού.
Το βασικό πρόβλημα του ΠΑΣΟΚ δεν είναι πόσες μονάδες καταγράφει σε μια δημοσκόπηση. Είναι ότι μεγάλο μέρος των πολιτών εξακολουθεί να δυσκολεύεται να απαντήσει στο απλό ερώτημα: «Γιατί να κυβερνήσει το ΠΑΣΟΚ;»
Η αντιπολιτευτική του δράση είναι συχνά τεχνοκρατική και θεσμική, αλλά σπάνια συγκροτεί ένα ισχυρό αφήγημα εξουσίας. Σε μια εποχή όπου η πολιτική επικοινωνία βασίζεται σε σαφείς ταυτότητες και ισχυρούς συμβολισμούς, το κόμμα μοιάζει να παραμένει εγκλωβισμένο στη λογική της «σοβαρής εναλλακτικής», χωρίς να μετατρέπεται σε ελκυστική εναλλακτική.
Ο Ανδρουλάκης και το όριο της στρατηγικής αυτονομίας
Η επιλογή του Νίκου Ανδρουλάκη να κρατήσει ίσες αποστάσεις τόσο από τη Νέα Δημοκρατία όσο και από τον ΣΥΡΙΖΑ αποτέλεσε τη θεμελιώδη στρατηγική του από την πρώτη ημέρα της ηγεσίας του.
Η λογική ήταν κατανοητή: το ΠΑΣΟΚ έπρεπε να αποκτήσει ξανά αυτόνομη πολιτική ταυτότητα και να πάψει να λειτουργεί ως συμπλήρωμα άλλων κομμάτων.
Σήμερα όμως η ίδια στρατηγική δείχνει να φτάνει στα όριά της. Από τη μία πλευρά η κυβέρνηση εξακολουθεί να κυριαρχεί στον χώρο του κέντρου. Από την άλλη, η πιθανή επανενεργοποίηση του χώρου γύρω από τον Αλέξη Τσίπρα δημιουργεί νέες πιέσεις στον ευρύτερο προοδευτικό χώρο.
Το ερώτημα γίνεται όλο και πιο πιεστικό: αρκεί η αυτονομία ως στρατηγική ή απαιτείται ένα νέο πολιτικό σχέδιο που να υπερβαίνει τη διαχείριση των ισορροπιών;
Οι εσωτερικές σκιές
Παρά τις εκλογές ηγεσίας και τις διαδικασίες ανανέωσης, το ΠΑΣΟΚ δεν έχει απαλλαγεί από τις εσωτερικές αντιθέσεις. Οι διαφορετικές προσεγγίσεις για τη στρατηγική, τις συνεργασίες και τη φυσιογνωμία του κόμματος εξακολουθούν να εκδηλώνονται δημόσια.
Αυτό δεν είναι απαραίτητα αρνητικό. Τα μεγάλα κόμματα παραδοσιακά φιλοξενούν διαφορετικά ρεύματα.
Γίνεται όμως πρόβλημα όταν η δημόσια συζήτηση περιστρέφεται περισσότερο γύρω από τα εσωκομματικά μέτωπα παρά γύρω από τις προτάσεις για τη χώρα.
Ο μέσος ψηφοφόρος ενδιαφέρεται λιγότερο για το ποιος επικρατεί στους κομματικούς συσχετισμούς και περισσότερο για το ποιος μπορεί να αντιμετωπίσει το στεγαστικό, το κόστος ζωής, την παραγωγική υστέρηση και τη λειτουργία των θεσμών.
Το πραγματικό δίλημμα
Το ΠΑΣΟΚ δεν κινδυνεύει με πολιτική εξαφάνιση. Διατηρεί οργανωτικές δομές, ιστορικές αναφορές, κοινοβουλευτική παρουσία και ένα σταθερό εκλογικό ακροατήριο. Ακόμη και πολιτικοί αναλυτές που επισημαίνουν τη στασιμότητά του αναγνωρίζουν ότι παραμένει κρίσιμος παράγοντας του πολιτικού συστήματος.
Ο κίνδυνος είναι διαφορετικός.
Να παγιωθεί ως ένα μόνιμο κόμμα μεσαίου μεγέθους, απαραίτητο για τις πολιτικές ισορροπίες αλλά ανίκανο να διεκδικήσει την ηγεμονία στον προοδευτικό χώρο.
Με άλλα λόγια, να παραμείνει χρήσιμο χωρίς να γίνει πρωταγωνιστικό.
Η σημερινή συγκυρία ίσως είναι η πιο κρίσιμη για το ΠΑΣΟΚ μετά την περίοδο της μεγάλης του κατάρρευσης. Δεν αρκεί πλέον να αποδεικνύει ότι επέστρεψε. Οφείλει να αποδείξει γιατί αξίζει να επιστρέψει στην εξουσία.
Εάν δεν καταφέρει να διατυπώσει ένα πειστικό, σύγχρονο και κοινωνικά ελκυστικό σχέδιο διακυβέρνησης, τότε το ερώτημα δεν θα είναι αν θα αυξήσει ή θα μειώσει τα ποσοστά του στις επόμενες δημοσκοπήσεις.
Θα είναι αν μπορεί να αποτελέσει τον βασικό φορέα της ελληνικής κεντροαριστεράς στον 21ο αιώνα ή αν θα περιοριστεί οριστικά στον ρόλο του ιστορικού παρατηρητή των εξελίξεων.













