Το μπακάλικο της γειτονιάς, η ευλογία της Ελλάς

Γράφει ο Κώστας Πορτοκάλης

Υπάρχουν επιχειρήσεις που μετρούν τον πλούτο τους με τους τζίρους και τα κέρδη τους. Υπάρχουν όμως και εκείνες που τον μετρούν με τις καλημέρες, την εμπιστοσύνη, την αλληλεγγύη και τις ανθρώπινες σχέσεις. Το μικρό μπακάλικο της ελληνικής γειτονιάς ανήκει στη δεύτερη κατηγορία. Και γι’ αυτό αποτελεί έναν πραγματικό θησαυρό για την κοινωνία και την εθνική μας οικονομία.

Εκεί όπου η καλημέρα έχει ακόμη αξία

Κάθε πρωί, πριν ακόμη ξυπνήσει καλά καλά η γειτονιά, ένα μικρό φως ανάβει πίσω από τη βιτρίνα του μπακάλικου. Ο ιδιοκτήτης σηκώνει τα ρολά, τακτοποιεί τα προϊόντα, ελέγχει τις παραγγελίες και ετοιμάζεται να υποδεχθεί τους ανθρώπους της περιοχής.

Δεν είναι ένας απρόσωπος επιχειρηματίας. Είναι ο γείτονας, ο φίλος, ο οικογενειάρχης, ο άνθρωπος που γνωρίζει τους περισσότερους πελάτες του με το μικρό τους όνομα.

Ξέρει ποιος ηλικιωμένος ζει μόνος του. Ποια οικογένεια δυσκολεύεται οικονομικά. Ποιος έχασε πρόσφατα τη δουλειά του. Ποιος απέκτησε παιδί. Ποιος χρειάζεται μια καλή κουβέντα περισσότερο από ένα κιλό ζάχαρη ή ένα μπουκάλι γάλα.

Και εκεί βρίσκεται η μεγάλη διαφορά.

Το μπακάλικο της γειτονιάς δεν πουλά μόνο προϊόντα. Προσφέρει ανθρώπινη παρουσία.

Σε μια εποχή που η καθημερινότητα γίνεται ολοένα πιο απρόσωπη, που οι συναλλαγές μεταφέρονται στις οθόνες και η ανθρώπινη επικοινωνία περιορίζεται, το μικρό κατάστημα εξακολουθεί να αποτελεί έναν ζωντανό πυρήνα κοινωνικής συνοχής.

Ο μικρός μπακάλης είναι ένας καθημερινός αγωνιστής

Πίσω από τον πάγκο του μικρού καταστήματος βρίσκεται συνήθως ένας άνθρωπος που δεν γνωρίζει ωράρια.

Είναι εκείνος που εργάζεται από το πρωί μέχρι το βράδυ, πολλές φορές έξι ή και επτά ημέρες την εβδομάδα. Που δεν έχει πάντοτε την πολυτέλεια των διακοπών, της ξεκούρασης ή της οικονομικής ασφάλειας.

Είναι ο πατέρας ή η μητέρα που προσπαθεί να εξασφαλίσει ένα αξιοπρεπές εισόδημα για την οικογένειά του. Είναι ο αυτοαπασχολούμενος που αναλαμβάνει καθημερινά το επιχειρηματικό ρίσκο, χωρίς να γνωρίζει με βεβαιότητα τι θα φέρει η επόμενη ημέρα.

Πληρώνει ενοίκιο, ηλεκτρικό ρεύμα, ασφαλιστικές εισφορές, φόρους, προμηθευτές, λογιστές και λειτουργικά έξοδα. Αν απασχολεί προσωπικό, έχει επιπλέον την ευθύνη των μισθών και των ασφαλιστικών υποχρεώσεων.

Και στο τέλος του μήνα πρέπει να απομείνει κάτι και για τη δική του οικογένεια.

Αυτός ο άνθρωπος δεν ζητά προνόμια. Ζητά να μπορεί να εργάζεται, να ανταγωνίζεται με αξιοπρέπεια και να βλέπει τον κόπο του να ανταμείβεται.

Γιατί πίσω από κάθε μικρό μπακάλικο υπάρχει μια οικογένεια. Και πίσω από κάθε οικογένεια που καταφέρνει να σταθεί στα πόδια της, υπάρχει ένα μικρό αλλά ουσιαστικό κέρδος για ολόκληρη την Ελλάδα.

Η οικονομική προσφορά που συχνά υποτιμούμε

Η συμβολή των μικρών καταστημάτων στην οικονομία δεν περιορίζεται στο ταμείο τους.

Ένα μπακάλικο δημιουργεί εισόδημα για τον ιδιοκτήτη και την οικογένειά του. Μπορεί να προσφέρει θέσεις εργασίας. Συνεργάζεται με προμηθευτές, μεταφορείς, λογιστές, τεχνικούς και άλλους επαγγελματίες.

Πληρώνει φόρους και εισφορές, συμμετέχει στην οικονομική δραστηριότητα και εξυπηρετεί καθημερινές ανάγκες της τοπικής κοινωνίας.

Όταν μάλιστα προμηθεύεται προϊόντα από τοπικούς παραγωγούς, αγρότες, κτηνοτρόφους και μικρές ελληνικές επιχειρήσεις, ενισχύει μια ολόκληρη αλυσίδα παραγωγής και εμπορίου.

Το χρήμα που ξοδεύεται σε ένα μικρό κατάστημα μπορεί να συνεχίσει να κυκλοφορεί στην τοπική αγορά, στηρίζοντας περισσότερα επαγγέλματα και νοικοκυριά.

Δεν σημαίνει ότι κάθε ευρώ παραμένει στην περιοχή. Σημαίνει όμως ότι η μικρή επιχειρηματικότητα δημιουργεί σημαντικούς οικονομικούς δεσμούς, που αξίζει να διατηρούνται.

Ας αναλογιστούμε τι θα συνέβαινε εάν από τις ελληνικές γειτονιές εξαφανίζονταν σταδιακά τα μικρά παντοπωλεία, τα μπακάλικα και τα οικογενειακά καταστήματα.

Θα χάνονταν όχι μόνο επαγγελματικές δραστηριότητες, αλλά και εισοδήματα, ευκαιρίες αυτοαπασχόλησης, τοπικές συνεργασίες και πολύτιμες υπηρεσίες.

Η ελληνική οικονομία χρειάζεται μεγάλες επενδύσεις και οργανωμένες επιχειρήσεις. Χρειάζεται όμως εξίσου ένα υγιές δίκτυο μικρών, ανεξάρτητων επαγγελματιών.

Μια ισχυρή οικονομία δεν οικοδομείται μόνο με μεγάλους αριθμούς. Οικοδομείται και με χιλιάδες μικρές οικογενειακές επιχειρήσεις που δημιουργούν, παράγουν, εμπορεύονται και επιμένουν να παραμένουν ζωντανές.

Το μπακάλικο ως μικρό κοινωνικό καταφύγιο

Υπάρχει όμως και μια άλλη διάσταση, που καμία οικονομική στατιστική δεν μπορεί να αποτυπώσει πλήρως.

Είναι η μοναχική ηλικιωμένη γυναίκα που περνά από το μπακάλικο όχι μόνο για να αγοράσει ψωμί, αλλά και για να ανταλλάξει δύο κουβέντες.

Είναι ο συνταξιούχος που θέλει να μιλήσει για την ακρίβεια, για τα παιδιά του που έφυγαν στο εξωτερικό, για τις δυσκολίες της καθημερινότητας.

Είναι ο εργαζόμενος που μπαίνει κουρασμένος και βρίσκει απέναντί του ένα χαμόγελο.

Είναι η μητέρα που προσπαθεί να τα βγάλει πέρα με τον οικογενειακό προϋπολογισμό και συναντά έναν άνθρωπο που κατανοεί τις αγωνίες της.

Στο μπακάλικο της γειτονιάς συζητούνται όλα.

Η οικονομία, η ανεργία, οι συντάξεις, οι λογαριασμοί, οι οικογενειακές χαρές, οι προσωπικές στενοχώριες, τα προβλήματα του τόπου.

Εκεί ακούγεται ο παλμός της πραγματικής κοινωνίας.

Ο μικρός μπακάλης γίνεται πολλές φορές, χωρίς να το επιδιώκει, ακροατής, συνομιλητής, σύμβουλος και συμπαραστάτης.

Δεν μπορεί να λύσει όλα τα προβλήματα. Μπορεί όμως να ακούσει. Και πολλές φορές, το να υπάρχει κάποιος που πραγματικά ακούει είναι μια πολύτιμη μορφή κοινωνικής προσφοράς.

Σε μια κοινωνία όπου η μοναξιά μεγαλώνει, ένα χαμόγελο πίσω από τον πάγκο μπορεί να αξίζει περισσότερο από οποιαδήποτε εμπορική προσφορά.

Η ανθρωπιά που δεν καταγράφεται στις αποδείξεις

Ποιος μπορεί να υπολογίσει την αξία ενός προϊόντος που δόθηκε κάποτε με πίστωση σε μια οικογένεια που αντιμετώπιζε προσωρινή δυσκολία;

Ποιος μπορεί να κοστολογήσει τη βοήθεια σε έναν ηλικιωμένο που δεν μπορεί να μεταφέρει τα ψώνια του;

Ποιος μπορεί να μετρήσει την αξία της εμπιστοσύνης που χτίζεται ανάμεσα στον επαγγελματία και στον πελάτη ύστερα από δεκαετίες καθημερινής επαφής;

Αυτές οι πράξεις δεν χαρακτηρίζουν υποχρεωτικά κάθε κατάστημα. Όπου όμως υπάρχουν, αποτελούν μια ξεχωριστή κοινωνική παρακαταθήκη.

Ο μικρός μπακάλης δεν είναι φιλανθρωπικό ίδρυμα. Είναι επαγγελματίας που πρέπει να επιβιώσει οικονομικά.

Κι όμως, πολλές φορές βρίσκει μέσα στις δικές του δυσκολίες τον τρόπο να δείξει κατανόηση στις δυσκολίες των άλλων.

Αυτή η ανθρωπιά είναι μέρος της καλύτερης ελληνικής παράδοσης.

Μιας παράδοσης που θέλει τον άνθρωπο να γνωρίζει τον γείτονά του, να νοιάζεται για τον διπλανό του και να μη θεωρεί την οικονομική συναλλαγή ανεξάρτητη από την ανθρώπινη σχέση.

Ο άνισος αγώνας για επιβίωση

Ας μην εξιδανικεύουμε, όμως, την πραγματικότητα.

Ο μικρός μπακάλης βρίσκεται αντιμέτωπος με σοβαρές προκλήσεις.

Η αύξηση του ενεργειακού κόστους, τα υψηλά ενοίκια σε πολλές περιοχές, οι φορολογικές και ασφαλιστικές υποχρεώσεις, το κόστος προμήθειας προϊόντων και η περιορισμένη αγοραστική δύναμη πολλών νοικοκυριών πιέζουν τα περιθώρια βιωσιμότητάς του.

Παράλληλα, ο ανταγωνισμός από τις μεγάλες αλυσίδες λιανικής είναι έντονος.

Οι μεγάλες επιχειρήσεις διαθέτουν συνήθως μεγαλύτερη αγοραστική δύναμη, οργανωμένα δίκτυα διανομής, ισχυρότερη διαφημιστική παρουσία και δυνατότητα επίτευξης οικονομιών κλίμακας.

Ο μικρός επαγγελματίας δεν μπορεί πάντοτε να εξασφαλίσει αντίστοιχους όρους προμήθειας ή να προσφέρει τις ίδιες τιμές.

Αυτό δεν σημαίνει ότι οι μεγάλες αλυσίδες δεν έχουν σημαντική θέση στην οικονομία. Προσφέρουν απασχόληση, ποικιλία προϊόντων και ανταγωνιστικές επιλογές στους καταναλωτές.

Σημαίνει όμως ότι η συνύπαρξη μεγάλων και μικρών επιχειρήσεων χρειάζεται συνθήκες πραγματικά υγιούς ανταγωνισμού.

Διότι όταν μια μικρή οικογενειακή επιχείρηση κλείνει, δεν χάνεται απλώς ένα εμπορικό σημείο στον χάρτη.

Μπορεί να χάνεται το εισόδημα μιας οικογένειας, μια επαγγελματική διαδρομή δεκαετιών και ένας χώρος καθημερινής κοινωνικής συνάντησης.

Η ελληνική περιφέρεια έχει ακόμη μεγαλύτερη ανάγκη το μικρό μπακάλικο

Στα χωριά, στις κωμοπόλεις, στις ορεινές περιοχές και στα μικρά νησιά, το παντοπωλείο μπορεί να έχει ακόμη πιο ουσιαστικό ρόλο.

Σε ορισμένες κοινότητες αποτελεί ένα από τα τελευταία σημεία οργανωμένης εμπορικής δραστηριότητας.

Εξυπηρετεί ηλικιωμένους που δεν διαθέτουν μεταφορικό μέσο, οικογένειες που ζουν μακριά από μεγάλα αστικά κέντρα και κατοίκους που χρειάζονται καθημερινά βασικά αγαθά.

Η διατήρησή του συνδέεται με την ποιότητα ζωής και την παραμονή του πληθυσμού στον τόπο του.

Η ερήμωση της ελληνικής υπαίθρου δεν αντιμετωπίζεται μόνο με εξαγγελίες. Χρειάζεται να διατηρηθούν οι πραγματικές προϋποθέσεις για να μπορεί ένας άνθρωπος να ζει, να εργάζεται και να μεγαλώνει τα παιδιά του στην περιφέρεια.

Και το μικρό μπακάλικο είναι μία από αυτές.

Όταν σβήνει το φως του τελευταίου παντοπωλείου ενός χωριού, δεν κλείνει απλώς μια επιχείρηση. Σβήνει ένα ακόμη φως από την καθημερινή ζωή της ελληνικής περιφέρειας.

Τι οφείλει να κάνει η Πολιτεία

Η αναγνώριση της προσφοράς του μικρού επαγγελματία δεν αρκεί να περιορίζεται σε επαινετικά λόγια.

Χρειάζονται ουσιαστικές πολιτικές.

Ένα φορολογικό και ασφαλιστικό πλαίσιο που να λαμβάνει υπόψη την πραγματική οικονομική δυνατότητα των πολύ μικρών επιχειρήσεων.

Μείωση περιττών διοικητικών επιβαρύνσεων, απλούστευση διαδικασιών και πρόσβαση σε κατάλληλα χρηματοδοτικά εργαλεία.

Στήριξη της ενεργειακής αναβάθμισης, της ψηφιακής οργάνωσης και των συνεργατικών σχημάτων προμήθειας, ώστε οι μικροί επαγγελματίες να μπορούν να περιορίζουν το λειτουργικό τους κόστος.

Αποτελεσματική εποπτεία της αγοράς και εφαρμογή κανόνων δίκαιου ανταγωνισμού.

Ιδιαίτερη μέριμνα για τα μικρά καταστήματα απομακρυσμένων περιοχών, όπου η οικονομική τους λειτουργία συνδέεται και με την πρόσβαση των κατοίκων σε βασικά αγαθά.

Η προστασία της μικρής επιχειρηματικότητας δεν πρέπει να σημαίνει διατήρηση κάθε επιχειρηματικού μοντέλου ανεξαρτήτως αποτελεσματικότητας. Πρέπει να σημαίνει πραγματική ευκαιρία για βιωσιμότητα, εκσυγχρονισμό και δίκαιη συμμετοχή στην αγορά.

Η μικρή επιχείρηση δεν χρειάζεται οίκτο. Χρειάζεται σεβασμό, ίσες ευκαιρίες και μια Πολιτεία που να κατανοεί τις πραγματικές συνθήκες λειτουργίας της.

Και ο καταναλωτής έχει δύναμη

Η ευθύνη δεν ανήκει αποκλειστικά στην Πολιτεία.

Ανήκει και σε όλους εμάς.

Κάθε φορά που επιλέγουμε να αγοράσουμε ένα προϊόν από το μικρό κατάστημα της γειτονιάς, συμμετέχουμε στη διατήρηση μιας τοπικής οικονομικής δραστηριότητας.

Δεν είναι ανάγκη να κάνουμε όλες τις αγορές μας εκεί. Ούτε είναι δίκαιο να αγνοούμε τις οικονομικές δυσκολίες των καταναλωτών που αναζητούν χαμηλότερες τιμές.

Μπορούμε όμως, όπου το επιτρέπουν οι δυνατότητές μας, να στηρίζουμε συνειδητά τον μικρό επαγγελματία.

Να αναγνωρίζουμε την προσωπική εξυπηρέτηση, την εγγύτητα, την ευελιξία, την εμπιστοσύνη και την ανθρώπινη σχέση ως πραγματικές αξίες.

Γιατί η τιμή ενός προϊόντος είναι σημαντική, αλλά δεν αποτελεί πάντοτε το μοναδικό κριτήριο της συνολικής του αξίας.

Και γιατί μια γειτονιά με ζωντανά καταστήματα είναι συνήθως μια γειτονιά με περισσότερη κίνηση, περισσότερες ανθρώπινες συναντήσεις και περισσότερες ευκαιρίες τοπικής οικονομικής δραστηριότητας.

Ένας αθόρυβος ευεργέτης της καθημερινότητας

Στην Ελλάδα συνηθίζουμε να τιμούμε τους μεγάλους ευεργέτες, τους επιτυχημένους επιχειρηματίες και τους ανθρώπους που αφήνουν ισχυρό οικονομικό αποτύπωμα.

Και σωστά το κάνουμε.

Αξίζει όμως να αναγνωρίζουμε και εκείνους που προσφέρουν καθημερινά, χωρίς προβολείς, χωρίς δημόσιες τιμές και χωρίς μεγάλα λόγια.

Τον μπακάλη που σηκώνει τα ρολά ακόμη και όταν οι υποχρεώσεις τον πνίγουν.

Την οικογένεια που δουλεύει μαζί, μοιράζεται την αγωνία και προσπαθεί να κρατήσει ζωντανή μια επιχείρηση που ίσως πέρασε από γενιά σε γενιά.

Τον επαγγελματία που ξέρει ότι το χαμόγελο, η ευγένεια και η εμπιστοσύνη δεν είναι απλώς τεχνικές πώλησης, αλλά τρόπος ζωής.

Αυτοί οι άνθρωποι δεν εμφανίζονται συνήθως στα πρωτοσέλιδα. Δεν αποτελούν καθημερινά αντικείμενο μεγάλων οικονομικών αναλύσεων.

Κι όμως, αποτελούν μέρος της παραγωγικής και κοινωνικής αντοχής της πατρίδας μας.

Το μπακάλικο της γειτονιάς, η ευλογία της Ελλάς

Ίσως τελικά ο πραγματικός πλούτος μιας χώρας να μην βρίσκεται αποκλειστικά στους οικονομικούς δείκτες, στις μεγάλες επενδύσεις και στα εντυπωσιακά επιχειρηματικά μεγέθη.

Να βρίσκεται και σε εκείνον τον μικρό επαγγελματία που ξυπνά νωρίς, εργάζεται σκληρά, μεγαλώνει την οικογένειά του, πληρώνει τις υποχρεώσεις του και προσπαθεί να προσφέρει στον τόπο του.

Να βρίσκεται στη γυναίκα που μπαίνει στο κατάστημα και ακούει μια ζεστή καλημέρα.

Στον ηλικιωμένο που βρίσκει έναν άνθρωπο να μιλήσει.

Στο παιδί που μεγαλώνει σε μια γειτονιά όπου οι άνθρωποι εξακολουθούν να γνωρίζονται μεταξύ τους.

Στον παραγωγό που βρίσκει έναν ακόμη δρόμο για να διαθέσει τα προϊόντα του.

Στην οικογένεια που ζει αξιοπρεπώς από τη δική της εργασία.

Αυτή είναι η Ελλάδα της καθημερινής προσπάθειας. Η Ελλάδα της μικρής επιχειρηματικότητας, της οικογένειας, της γειτονιάς, της αλληλεγγύης και της δημιουργίας.

Μια Ελλάδα που δεν ζητά χειροκροτήματα, αλλά αξίζει την αναγνώρισή μας.

Ας μην περιμένουμε να κλείσει το τελευταίο μπακάλικο της γειτονιάς για να καταλάβουμε τι χάσαμε.

Ας το στηρίξουμε όσο είναι ακόμη εκεί. Όχι από υποχρέωση ή από νοσταλγία, αλλά επειδή κατανοούμε την οικονομική, κοινωνική και ανθρώπινη αξία του.

Γιατί ο μικρός μπακάλης δεν κρατά ανοιχτή μόνο την πόρτα του καταστήματός του.

Κρατά ανοιχτή μια πόρτα στην επικοινωνία, στην εμπιστοσύνη, στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια και στην ελπίδα.

Και όσο αυτή η πόρτα παραμένει ανοιχτή, η ελληνική γειτονιά εξακολουθεί να έχει ψυχή.

Το μπακάλικο της γειτονιάς δεν είναι απλώς μια μικρή επιχείρηση. Είναι ένας μεγάλος, αθόρυβος θησαυρός της Ελλάδας.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
ΣΧΟΛΙΑ

Αφήστε μια απάντηση

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Post comment