Το «Σούλι του Πόντου»: Η ηρωική Σάντα και η μνήμη των ανθρώπων της

Γράφει ο Κώστας Πορτοκάλης

105 χρόνια μετά την καταστροφή της Επτάκωμης Σάντας, οι απόγονοι των Σανταίων επέστρεψαν και φέτος στις κορυφές του Πόντου. Η τελετή της πρώτης Κυριακής του Σεπτεμβρίου στο Βέρμιο δεν είναι απλώς ένα θρησκευτικό μνημόσυνο. Είναι η συνέχεια μιας συλλογικής μνήμης που συνδέει την προσφυγιά με την αντίσταση, τη θυσία και έναν από τους πιο δραματικούς Σεπτέμβρηδες στην ιστορία του ποντιακού ελληνισμού.

Παραδοσιακές φορεσιές, λάβαρα, κόλλυβα και ονόματα ανθρώπων που έφυγαν από τη ζωή πριν από περισσότερο από έναν αιώνα ένωσαν για μία ακόμη φορά το Βέρμιο με τα βουνά του Πόντου.

Στην Παναγία Σουμελά τελέστηκε σήμερα το καθιερωμένο ετήσιο μνημόσυνο για τους νεκρούς και τα θύματα της καταστροφής της Επτάκωμης Σάντας, όπως συμβαίνει κάθε πρώτη Κυριακή του Σεπτεμβρίου. Προηγήθηκε αρχιερατικό συλλείτουργο, με τον μητροπολίτη Σάμου, Ικαρίας και Κορσεών Ευσέβιο να προΐσταται της Θείας Λειτουργίας, συλλειτουργούντος του μητροπολίτη Βεροίας, Ναούσης και Καμπανίας Παντελεήμονος. Στην επιμνημόσυνη δέηση έγινε φέτος ιδιαίτερη αναφορά στα νήπια και στα παιδιά που χάθηκαν μέσα στη δίνη των γεγονότων του 1921.

Μετά τη Θεία Λειτουργία τελέστηκε τρισάγιο στο «Σπίτι των Σανταίων», μέσα στο συγκρότημα της Παναγίας Σουμελά, και ακολούθησε ομιλία του προέδρου του Ιερού Ιδρύματος «Παναγία Σουμελά» Γιώργου Τανιμανίδη. Ο συγκεκριμένος ξενώνας, σημείο αναφοράς για τους απογόνους των Σανταίων, δημιουργήθηκε το 1956 και αποτελεί από τότε έναν τόπο όπου η χαμένη πατρίδα αποκτά σχεδόν υλική παρουσία.

Η επιλογή της πρώτης Κυριακής του Σεπτεμβρίου μόνο τυχαία δεν είναι. Ο Σεπτέμβριος του 1921 υπήρξε ο μήνας κατά τον οποίο η ιστορική Σάντα οδηγήθηκε στην καταστροφή. Και για να κατανοήσει κανείς γιατί περισσότερο από έναν αιώνα αργότερα το όνομά της εξακολουθεί να προκαλεί τόσο έντονη συγκίνηση στους Ποντίους, πρέπει να επιστρέψει ψηλά στα βουνά νότια και νοτιοανατολικά της Τραπεζούντας.

Η Επτάκωμος Σάντα

Η Σάντα δεν ήταν ένα μόνο χωριό. Ήταν μια ορεινή ελληνική κοινότητα αποτελούμενη από επτά μεγάλες ενορίες – γι’ αυτό και έμεινε στην ιστορία ως Επτάκωμος Σάντα.

Οι επτά ενορίες ήταν των Πιστοφάντων, Ισχανάντων, Τερζάντων, Ζουρνατσιάντων, Κοσλαράντων, Πινατάντων και Τσακαλάντων. Βρίσκονταν σε μεγάλο υψόμετρο, περίπου μεταξύ 1.500 και 1.800 μέτρων, μέσα σε μια δύσβατη ορεινή περιοχή νοτιοανατολικά της Τραπεζούντας. Πηγές των ίδιων των Σανταίων περιγράφουν τις ενορίες ως χτισμένες γύρω από την κοιλάδα του ποταμού Ιάμπολου, σε ένα περιβάλλον σκληρό, με περιορισμένες δυνατότητες γεωργικής παραγωγής.

Στις αρχές του 20ού αιώνα ο πληθυσμός της Σάντας υπολογιζόταν περίπου στις 5.000 ψυχές. Το άγονο έδαφος ανάγκαζε πολλούς κατοίκους να αναζητούν εργασία μακριά από τον τόπο τους, στον Καύκασο, στη Ρωσία και σε μεγάλα εμπορικά κέντρα. Παράλληλα, όμως, οι επτά ενορίες διατηρούσαν έντονη κοινοτική και θρησκευτική ζωή, με εκκλησίες και σχολεία.

Η γεωγραφία της περιοχής αποδείχθηκε καθοριστική και για την ιστορική μοίρα της.

Τα απόκρημνα βουνά, τα δάση, οι χαράδρες και τα δυσπρόσιτα περάσματα που έκαναν δύσκολη την καθημερινή ζωή, μετατράπηκαν αργότερα στο φυσικό οχυρό των ανταρτών της Σάντας.

Γι’ αυτό στη συλλογική μνήμη των Ποντίων η περιοχή απέκτησε έναν βαρύ συμβολικό χαρακτηρισμό: «το Σούλι του Πόντου».

Μια κοινωνία μαθημένη να υπερασπίζεται την αυτονομία της

Η φήμη των Σανταίων ως ανυπότακτων ορεσίβιων δεν γεννήθηκε τον Σεπτέμβριο του 1921.

Η γεωγραφική απομόνωση, η ισχυρή κοινοτική οργάνωση και η ανάγκη αυτοπροστασίας είχαν διαμορφώσει ήδη από παλαιότερα μια κοινωνία με έντονη αίσθηση αυτονομίας.

Κατά τις ταραγμένες δεκαετίες των αρχών του 20ού αιώνα και ιδιαίτερα μέσα στις συνθήκες του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, η κατάσταση για τους ελληνικούς χριστιανικούς πληθυσμούς του Πόντου επιδεινώθηκε δραματικά. Επιστρατεύσεις, τάγματα εργασίας, διώξεις, βία και επιδρομές έκαναν την καθημερινότητα ολοένα πιο επισφαλή.

Μέσα σε αυτές τις συνθήκες δημιουργήθηκαν και στη Σάντα ένοπλες ομάδες αυτοάμυνας.

Το «Ημερολόγιον των Ανταρτών της Σάντας» του Κωνσταντίνου Χ. Κουρτίδη, ενός από τα σημαντικότερα πρωτογενή τεκμήρια για την περίοδο, τοποθετεί την οργανωμένη δράση των αντάρτικων ομάδων ήδη από το 1917. Σύγχρονες επανεκδόσεις του αρχείου αναφέρουν ότι οι ένοπλοι Σανταίοι δεν ξεπερνούσαν συνολικά τις μερικές εκατοντάδες.

Ανάμεσα στις μορφές που έμελλε να ταυτιστούν με την αντίσταση ξεχώρισε ο Ευκλείδης Κουρτίδης.

Ευκλείδης Κουρτίδης – ο καπετάνιος της Σάντας

Γεννημένος στη Σάντα το 1885, ο Ευκλείδης Κουρτίδης εξελίχθηκε σε μία από τις εμβληματικότερες μορφές του ποντιακού αντάρτικου της περιοχής.

Μετά την αποχώρηση των ρωσικών δυνάμεων από την Τραπεζούντα και τη μεταβολή των στρατιωτικών ισορροπιών στον ανατολικό Πόντο, οι Σανταίοι βρέθηκαν περισσότερο εκτεθειμένοι. Ο Κουρτίδης ανέλαβε ηγετικό ρόλο στις ένοπλες ομάδες που επιχειρούσαν στα βουνά, προσπαθώντας να προστατεύσουν τον πληθυσμό και να αποκρούσουν ένοπλες επιδρομές.

Η εικόνα, όμως, των «ηρωικών ανταρτών» αποκτά πραγματικό ιστορικό βάρος μόνο εάν ιδωθεί μέσα στις συνθήκες στις οποίες δρούσαν.

Δεν επρόκειτο για έναν τακτικό στρατό.

Ήταν μικρές ομάδες κατοίκων ενός ορεινού τόπου, με περιορισμένο οπλισμό και ανεπαρκείς προμήθειες, που γνώριζαν όμως άριστα το έδαφος. Πίσω τους βρίσκονταν οι οικογένειές τους: γυναίκες, παιδιά και ηλικιωμένοι. Κάθε στρατιωτική κίνηση συνεπώς είχε άμεση επίπτωση στον άμαχο πληθυσμό.

Αυτό ακριβώς θα μετατρέψει τον Σεπτέμβριο του 1921 σε τραγωδία.

Σεπτέμβριος 1921: ο κλοιός κλείνει

Οι καταγραφές του ημερολογίου του Κωνσταντίνου Κουρτίδη επιτρέπουν να παρακολουθήσουμε σχεδόν ημέρα προς ημέρα την επιδείνωση της κατάστασης.

Στις 6 Σεπτεμβρίου 1921, σύμφωνα με την καταγραφή, έφθασε η πληροφορία ότι ένοπλοι είχαν αρπάξει τρία δεκαπεντάχρονα αγόρια που φύλαγαν ζώα.

Τις επόμενες ημέρες οι αντάρτες μετακινούνταν στα ορεινά λημέρια, ενώ στα χωριά αυξανόταν η παρουσία στρατιωτικών δυνάμεων και τσετών. Παράλληλα κυκλοφορούσαν πληροφορίες ότι επίκειται μαζικός εκτοπισμός των κατοίκων. Γυναίκες και παιδιά άρχισαν να εγκαταλείπουν τα σπίτια τους και να καταφεύγουν στα δάση.

Ο φόβος δεν ήταν αδικαιολόγητος.

Τον Σεπτέμβριο ακολούθησε μεγάλη στρατιωτική επιχείρηση εναντίον της Σάντας. Οι οικισμοί εκκενώθηκαν, λεηλατήθηκαν και καταστράφηκαν, ενώ μεγάλος αριθμός κατοίκων οδηγήθηκε σε εξορία. Σύγχρονες μαρτυρίες περιγράφουν γυναίκες, ηλικιωμένους και παιδιά να εγκαταλείπουν τον τόπο τους κάτω από εξαιρετικά σκληρές συνθήκες.

Η 12η Σεπτεμβρίου 1921 καταγράφεται σε μαρτυρίες των Σανταίων ως η ημέρα κατά την οποία η οργανωμένη ζωή στις επτά ενορίες ουσιαστικά έπαψε να υπάρχει. Ο Ευριπίδης Χειμωνίδης, αυτόπτης μάρτυρας και χρονικογράφος, περιέγραψε αργότερα μια Σάντα χωρίς καμπάνες, με τους κατοίκους της στον δρόμο της εξορίας και τα σπίτια πίσω τους να παραδίδονται στη λεηλασία και στη φωτιά.

Η πιο σκοτεινή νύχτα – τα παιδιά στα βουνά

Μία από τις πιο οδυνηρές ιστορίες της καταστροφής της Σάντας είναι εκείνη που εξηγεί γιατί στο σημερινό μνημόσυνο έγινε ειδική αναφορά στα νήπια και στα παιδιά.

Καθώς οι στρατιωτικές δυνάμεις αναζητούσαν τους αντάρτες, εκατοντάδες άμαχοι είχαν κρυφτεί μαζί τους στα βουνά.

Σύμφωνα με το ημερολόγιο του Κωνσταντίνου Κουρτίδη, τη νύχτα της 10ης προς 11η Σεπτεμβρίου 1921, περίπου 300 γυναίκες και παιδιά βρίσκονταν σε σπηλιά, κοντά στις θέσεις των ανταρτών. Οι φωνές και το κλάμα των μικρών παιδιών μπορούσαν να αποκαλύψουν τη θέση ολόκληρης της ομάδας.

Μέσα σε αυτή την ακραία κατάσταση, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Κουρτίδη, μικρά παιδιά έχασαν τη ζωή τους ώστε να μη φανερωθεί η κρυψώνα στους στρατιώτες.

Δεν είναι μια ιστορία που χρειάζεται εξωραϊσμό ή ηρωικούς επιθετικούς προσδιορισμούς.

Είναι, περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, μαρτυρία του σημείου στο οποίο μπορεί να οδηγηθεί ένας άμαχος πληθυσμός όταν έχει παγιδευτεί ανάμεσα στον φόβο της σύλληψης, της εξορίας και της εξόντωσης.

Γι’ αυτό και 105 χρόνια αργότερα, στις 6 Σεπτεμβρίου 2026, τα παιδιά της Σάντας βρέθηκαν και πάλι συμβολικά στο κέντρο της επιμνημόσυνης δέησης στην Παναγία Σουμελά.

Οι αντάρτες δεν παραδόθηκαν

Η καταστροφή των χωριών δεν σήμανε αυτομάτως και το τέλος της ένοπλης αντίστασης.

Ομάδες Σανταίων παρέμειναν στα βουνά και συνέχισαν να κινούνται στην περιοχή. Το ημερολόγιο των ανταρτών καλύπτει την περίοδο έως το 1924, αποτυπώνοντας μια μακρά φάση επιβίωσης, μετακινήσεων, συγκρούσεων, πείνας και διαρκούς αναζήτησης ασφαλούς περάσματος.

Αυτή ακριβώς η παρατεταμένη αντίσταση δημιούργησε μεταγενέστερα τον θρύλο της Σάντας.

Η εικόνα της δεν ήταν εκείνη μιας κοινότητας που εγκατέλειψε αμέσως τον τόπο της. Ήταν μιας κοινότητας όπου ένα μέρος των ανδρών επέλεξε να παραμείνει ένοπλο στα βουνά ακόμη και όταν τα χωριά είχαν χαθεί και οι οικογένειες βρίσκονταν στην εξορία.

Η ιστορική έρευνα οφείλει ασφαλώς να διαχωρίζει τον θρύλο από το τεκμήριο. Όμως ακόμη και χωρίς τις υπερβολές που αναπόφευκτα συνοδεύουν κάθε συλλογική μνήμη, η διάρκεια της αντίστασης, η μορφολογία του εδάφους και η συνοχή των κατοίκων εξηγούν γιατί η Σάντα έμεινε γνωστή ως «Σούλι του Πόντου».

Η εξορία και ο ξεριζωμός

Για τους αμάχους η επόμενη πράξη του δράματος ήταν η εξορία.

Μαρτυρίες περιγράφουν πορείες προς το εσωτερικό της Ανατολίας, με προορισμούς όπως το Ερζερούμ και το Χούνουζ. Η πείνα, το ψύχος, οι ασθένειες και η εξάντληση κόστισαν πολλές ζωές.

Όσοι επέζησαν δεν επρόκειτο να επιστρέψουν σε μια Σάντα όπως την είχαν γνωρίσει.

Η ανταλλαγή των πληθυσμών που ακολούθησε τη Συνθήκη της Λωζάννης σφράγισε την οριστική απομάκρυνση των ορθόδοξων ελληνικών πληθυσμών από την περιοχή.

Οι Σανταίοι διασκορπίστηκαν στην Ελλάδα και δημιούργησαν νέες κοινότητες, μεταφέροντας μαζί τους όχι μόνο εικόνες, οικογενειακά κειμήλια και παραδόσεις, αλλά και τα ονόματα της πατρίδας τους.

Η Νέα Σάντα του Κιλκίς, η Μικρή Σάντα στο Βέρμιο και άλλοι οικισμοί έγιναν νέοι γεωγραφικοί φορείς μιας παλιάς ταυτότητας.

Αλλά καμία νέα εγκατάσταση δεν μπορούσε να αντικαταστήσει πλήρως τις επτά ενορίες στα βουνά του Πόντου.

Από τον Πόντο στο Βέρμιο – «Τη Σάντας τ’ οσπίτ»

Εδώ βρίσκεται και η βαθύτερη σημασία της σημερινής τελετής.

Το μνημόσυνο δεν γίνεται σε έναν τυχαίο τόπο.

Η Παναγία Σουμελά αποτέλεσε μετά την προσφυγιά έναν από τους σημαντικότερους τόπους ανασύνθεσης της ποντιακής συλλογικής μνήμης στην Ελλάδα. Οι Σανταίοι δημιούργησαν εκεί το δικό τους σημείο αναφοράς, το «Τη Σάντας τ’ οσπίτ» – το Σπίτι των Σανταίων.

Η παράδοση του ετήσιου μνημοσύνου καθιερώθηκε από τους ίδιους τους πρόσφυγες και τους απογόνους τους. Κάθε πρώτη Κυριακή του Σεπτεμβρίου τελείται στην Παναγία Σουμελά μνημόσυνο για τους νεκρούς και τα θύματα της καταστροφής της Επτάκωμης Σάντας.

Το φετινό διήμερο άρχισε ήδη από το Σάββατο 5 Σεπτεμβρίου με την προετοιμασία των κολλύβων στο «Σπίτι των Σανταίων», τρισάγιο και κατάθεση στεφάνου. Για σήμερα, Κυριακή 6 Σεπτεμβρίου, το πρόγραμμα προέβλεπε Θεία Λειτουργία, μνημόσυνο, επιμνημόσυνη δέηση στο Μνημείο των Σανταίων, κατάθεση στεφάνων, ενός λεπτού σιγή και τον Εθνικό Ύμνο.

Πρόκειται για μια αλληλουχία τελετουργιών που λειτουργεί ως γέφυρα.

Από τη μια πλευρά βρίσκονται τα βουνά της ιστορικής Σάντας.

Από την άλλη το Βέρμιο.

Και ανάμεσά τους πέντε γενιές ανθρώπων που δεν γνώρισαν ίσως ποτέ οι ίδιοι τον Πόντο, αλλά εξακολουθούν να αναγνωρίζουν στα ονόματα Πιστοφάντων, Ισχανάντων, Τερζάντων, Ζουρνατσιάντων, Κοσλαράντων, Πινατάντων και Τσακαλάντων κάτι περισσότερο από απλά τοπωνύμια.

Όταν η μνήμη γίνεται ιστορική ευθύνη

Υπάρχει ένας κίνδυνος σε κάθε επετειακή αναφορά: η Ιστορία να περιοριστεί σε μεγάλες λέξεις.

«Ηρωισμός».

«Θυσία».

«Ολοκαύτωμα».

«Αντίσταση».

Στην περίπτωση της Σάντας, όμως, πίσω από κάθε μία από αυτές βρίσκονται πραγματικά πρόσωπα.

Ο Ευκλείδης Κουρτίδης και οι άνδρες του.

Ο Κωνσταντίνος Κουρτίδης που κρατούσε ημερολόγιο ενώ γύρω του ένας κόσμος κατέρρεε.

Οι γυναίκες που εγκατέλειπαν τα σπίτια τους για να κρυφτούν στα δάση.

Οι ηλικιωμένοι που οδηγήθηκαν στην εξορία.

Τα παιδιά που δεν επέστρεψαν ποτέ.

Και οι πρόσφυγες που, όταν έφθασαν στην Ελλάδα, χρειάστηκε να δημιουργήσουν από την αρχή σπίτια, χωριά και ζωές.

Ακριβώς γι’ αυτό το σημερινό μνημόσυνο στην Παναγία Σουμελά έχει αξία που υπερβαίνει το θρησκευτικό τελετουργικό.

Είναι μια δημόσια πράξη ιστορικής μνήμης.

Εκατόν πέντε χρόνια μετά τον Σεπτέμβριο του 1921, η Σάντα ως κατοικημένη ελληνική κοινότητα δεν υπάρχει πια.

Υπάρχει όμως στα αρχεία, στα ημερολόγια των ανταρτών, στις φωτογραφίες, στα οικογενειακά ονόματα, στις προσφυγικές εγκαταστάσεις, στα σωματεία και στη μνήμη των απογόνων της.

Και κάθε πρώτη Κυριακή του Σεπτεμβρίου, όταν στην Παναγία Σουμελά ακούγονται ξανά τα ονόματα των νεκρών της, εκείνες οι επτά ορεινές ενορίες του Πόντου επιστρέφουν για λίγο στον ιστορικό χρόνο.

Όχι μόνο ως ένας τόπος που χάθηκε.

Αλλά ως ένας τόπος που αντιστάθηκε, πλήρωσε βαρύ τίμημα και αρνήθηκε να χαθεί από τη μνήμη.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
ΣΧΟΛΙΑ

Αφήστε μια απάντηση

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Post comment