Πολιτική σταθερότητα χωρίς ενθουσιασμό: τι πραγματικά δείχνει η δημοσκόπηση της Interview για POLITIC
Οι τελευταίες δημοσκοπήσεις επιβεβαιώνουν μια εικόνα που μοιάζει παγιωμένη αλλά κάθε άλλο παρά καθησυχαστική είναι: πολιτική σταθερότητα στην κορυφή, έντονη ρευστότητα από κάτω και μια κοινωνία που περισσότερο απέχει παρά συμμετέχει. Η ενίσχυση της Νέας Δημοκρατίας δεν συνοδεύεται από αντίστοιχη άνοδο εμπιστοσύνης στο πολιτικό σύστημα συνολικά. Αντιθέτως, η πολιτική κόπωση παραμένει το κυρίαρχο συναίσθημα.
Το γεγονός ότι η κυβερνητική παράταξη διατηρεί σαφές προβάδισμα, την ώρα που η επιλογή «κανέναν» σχεδόν ισοφαρίζει τον πρωθυπουργό στο ερώτημα της καταλληλότητας για τη διακυβέρνηση, λέει πολλά. Δεν πρόκειται για ψήφο ενθουσιασμού, αλλά για ψήφο απουσίας εναλλακτικής. Η κυβέρνηση κερδίζει όχι τόσο επειδή πείθει, όσο επειδή η αντιπολίτευση αδυνατεί να συγκροτήσει πειστικό αφήγημα εξουσίας.
Αυτή η αδυναμία αποτυπώνεται καθαρά στη διασπορά των ποσοστών. Το ΠΑΣΟΚ παραμένει δεύτερο αλλά σε απόσταση ασφαλείας, χωρίς δυναμική ανατροπής. Ο ΣΥΡΙΖΑ δείχνει να πληρώνει ακόμα την περίοδο εσωστρέφειας και τα αλλεπάλληλα λάθη στρατηγικής, ενώ το περιβόητο «rebranding» του Αλέξη Τσίπρα μοιάζει να περνά σχεδόν απαρατήρητο από την κοινωνία. Όταν οι μισοί πολίτες δηλώνουν αδιάφοροι και ένας στους τρεις αρνητικοί, το πρόβλημα δεν είναι επικοινωνιακό· είναι πολιτικό.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η περίπτωση της Μαρίας Καρυστιανού. Η δημοσκόπηση της Interview καταγράφει ένα φαινόμενο σπάνιο για τα ελληνικά δεδομένα: ισχυρή δυνητική απήχηση χωρίς αντίστοιχη θετική εικόνα. Η πρόσφατη δημόσια παρουσία της φαίνεται να «πληγώνει» το προφίλ της, όχι όμως και τη διάθεση ενός σημαντικού τμήματος των πολιτών να τη δουν ως εναλλακτική επιλογή. Αυτό αποκαλύπτει κάτι βαθύτερο: την ανάγκη της κοινωνίας για πρόσωπα εκτός του παραδοσιακού πολιτικού συστήματος, ακόμη κι αν αυτά δεν είναι –ή δεν θεωρούνται– έτοιμα.
Το 70% που δηλώνει ότι δεν τη θεωρεί ώριμη για ενεργό πολιτική συμμετοχή συνυπάρχει με ένα αξιοσημείωτο ποσοστό πολιτών που θα μπορούσε να τη στηρίξει εκλογικά. Πρόκειται για μια ψήφο περισσότερο διαμαρτυρίας παρά εμπιστοσύνης, ένα μήνυμα απόρριψης του «γνωστού έργου» παρά αποδοχής ενός συγκεκριμένου σχεδίου. Και αυτό είναι ίσως το πιο ανησυχητικό εύρημα για το πολιτικό σύστημα συνολικά.
Την ίδια στιγμή, το υψηλό ποσοστό των αναποφάσιστων και το εντυπωσιακό «άλλο κόμμα» δείχνουν ότι η απομάκρυνση από τις υπάρχουσες πολιτικές επιλογές δεν είναι παροδική. Είναι δομική. Οι πολίτες δεν μετακινούνται εύκολα από κόμμα σε κόμμα· αποσύρονται, περιμένουν, ή αφήνουν ανοιχτό το ενδεχόμενο μιας ριζικά διαφορετικής πρότασης.
Η πολιτική επικαιρότητα, με τις συνεχείς κρίσεις, τα θέματα ακρίβειας, θεσμικής αξιοπιστίας και κοινωνικής ανισότητας, ενισχύει αυτό το κλίμα. Όσο οι απαντήσεις μοιάζουν τεχνοκρατικές και αποσπασματικές, τόσο θα μεγαλώνει το χάσμα ανάμεσα στην πολιτική εξουσία και την κοινωνία. Οι αριθμοί της δημοσκόπησης δεν είναι απλώς ποσοστά· είναι ενδείξεις μιας βαθιάς δυσπιστίας που δεν θεραπεύεται με επικοινωνιακά λίφτινγκ.
Το πραγματικό ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι ποιος προηγείται σήμερα. Είναι ποιος μπορεί να εμπνεύσει αύριο. Και μέχρι στιγμής, η απάντηση παραμένει ανοιχτή – και ανησυχητικά κενή.















