Στην άκρη της χώρας, σε μια μικρή ακριτική πόλη όπου οι χειμώνες ήταν βαρείς και οι νύχτες γεμάτες σιωπή, ζούσαν δύο μεγαλόσωμα σκυλιά.
Ο ένας ήταν ο Άρης, ένα δυνατό μαύρο σκυλί με χρυσή καρδιά και πολύ γλυκιά όψη, αλλά παρεξηγημένος. Ο άλλος ήταν ο Νέβι, ένας μεγαλόσωμος λευκός σκύλος με όμορφα μάτια, γεμάτος τρυφερότητα αλλά κι αυτός παρεξηγημένος.
Κανείς στην πόλη δεν τους ήξερε πραγματικά.
Οι άνθρωποι έβλεπαν μόνο το μέγεθός τους και φοβόντουσαν.
Κι έτσι ο Άρης και ο Νέβι μεγάλωναν μόνοι, προσέχοντας ο ένας τον άλλον, βρίσκοντας καταφύγιο στα στενά και ζεστασιά στις καρδιές τους.
Μια Χριστουγεννιάτικη Νύχτα…
Την Παραμονή των Χριστουγέννων, η πόλη σκεπάστηκε από χιόνι.
Ο αέρας φυσούσε δυνατά και όλοι είχαν κλειστεί στα σπίτια τους.
Ώσπου ακούστηκε μια κραυγή.
Ένα μικρό παιδί, ο Πέτρος, είχε χαθεί στο δάσος έξω από την πόλη. Οι γονείς του έψαχναν απεγνωσμένα, αλλά το χιόνι βάθαινε και το σκοτάδι έπεφτε.
Ο Άρης, με το δυνατό του ένστικτο, άκουσε την κραυγή.
Ο Νέβι, με την οξυδέρκειά του, μύρισε τον φόβο.
Και χωρίς δεύτερη σκέψη, τα δύο παρεξηγημένα σκυλιά ξεκίνησαν ένα ηρωικό ταξίδι μέσα στην καταιγίδα.
Ο αέρας τους έσπρωχνε, τα πόδια τους βυθίζονταν στο χιόνι, αλλά εκείνα συνέχιζαν.
Κάποια στιγμή, ο Νέβι σταμάτησε. Έγειρε το κεφάλι του, μύρισε τον αέρα και έτρεξε προς μια μικρή σπηλιά.
Μέσα, κουλουριασμένο και κλαμένο, βρισκόταν το μικρό παιδί.
Ο Άρης πλησίασε και τον σκέπασε με το μεγάλο του σώμα για να τον ζεστάνει.
Ο Νέβι γάβγιζε ρυθμικά, μέχρι που οι γονείς του Πέτρου, ακολουθώντας τους ήχους, τους βρήκαν.
Όταν είδαν τα δύο σκυλιά δίπλα στο παιδί τους, όχι απειλητικά αλλά προστατευτικά, η εικόνα τους ράγισε την καρδιά.
Αυτή ήταν η στιγμή που η πόλη κατάλαβε:
Ο Άρης και ο Νέβι δεν ήταν επικίνδυνοι. Ήταν φύλακες άγγελοι.
Το Νέο τους Σπίτι
Την επόμενη μέρα, ανήμερα των Χριστουγέννων, ενώ οι καμπάνες χτυπούσαν χαρμόσυνα, μια οικογένεια περίμενε στην αυλή ενός σπιτιού με κόκκινη πόρτα.
Ο Πέτρος κρατούσε δύο μεγάλα κόκκινα φιογκάκια.
Όταν οι δύο σκύλοι πλησίασαν διστακτικά, το παιδί έτρεξε προς το μέρος τους και τους φόρεσε τους φιόγκους με τρεμάμενα χέρια.
«Σας ευχαριστώ… θέλετε να ζήσετε μαζί μας;» είπε με κατεβασμένη φωνή.
Ο Άρης κούνησε την ουρά του για πρώτη φορά μπροστά σε άνθρωπο.
Ο Νέβι ακούμπησε το κεφάλι του στο παιδί.
Και έτσι, τα δύο άλλοτε μοναχικά σκυλιά βρήκαν επιτέλους αυτό που άξιζαν:
μια αυλή γεμάτη αγάπη, μια οικογένεια που τα αγκάλιασε και ένα σπίτι όπου δεν ήταν πια παρεξηγημένα αλλά ήρωες.
Κάθε Χριστούγεννα από τότε, η πόλη άναβε δύο μεγάλα φανάρια στην πλατεία:
Ένα μαύρο — για τον Άρη.
Ένα λευκό — για τον Νέβι.
Για να θυμούνται όλοι πως
μερικοί ήρωες έχουν τρίχωμα, μεγάλα πόδια και καρδιές που λάμπουν πιο πολύ από όλα τα φώτα των Χριστουγέννων.














