Προϋπολογισμός 2026: ανάμεσα στη δημοσιονομική σταθερότητα και την κοινωνική δοκιμασία
Η υπερψήφιση του Κρατικού Προϋπολογισμού 2026 από τη Βουλή, με σαφή αλλά όχι συντριπτική πλειοψηφία, ολοκλήρωσε μια κοινοβουλευτική διαδικασία έντονης πολιτικής αντιπαράθεσης. Όπως συμβαίνει συχνά, η τυπική έγκριση του δημοσιονομικού σχεδίου δεν σήμανε και το τέλος της συζήτησης. Αντιθέτως, ανέδειξε με μεγαλύτερη καθαρότητα το βασικό δίλημμα της οικονομικής πολιτικής: πώς συνδυάζεται η δημοσιονομική πειθαρχία με την κοινωνική συνοχή σε ένα περιβάλλον επίμονων πιέσεων στο κόστος ζωής και στη στέγη.
Οι κοινωνικές αντιδράσεις: η πίεση εκτός Βουλής
Παράλληλα με την κοινοβουλευτική διαδικασία, η ψήφιση του Προϋπολογισμού 2026 συνοδεύτηκε από κινητοποιήσεις κοινωνικών ομάδων έξω από το Κοινοβούλιο και σε άλλες πόλεις. Αγρότες, εργαζόμενοι, στελέχη και Δήμαρχοι στην Τοπική Αυτοδιοίκηση, συνδικάτα και πολιτικές οργανώσεις διαδήλωσαν εκφράζοντας την αντίθεσή τους σε επιμέρους πτυχές του προϋπολογισμού, όπως το κόστος παραγωγής, τη χρηματοδότηση των δήμων, την ακρίβεια και τη στεγαστική κρίση. Οι συγκεντρώσεις αυτές, αν και δεν ανέτρεψαν την κοινοβουλευτική πλειοψηφία, λειτούργησαν ως υπενθύμιση ότι η κοινωνική αποδοχή της οικονομικής πολιτικής δεν ταυτίζεται απαραίτητα με τη θεσμική της έγκριση. Η παρουσία διαμαρτυρόμενων ομάδων ανέδειξε το χάσμα ανάμεσα στη μακροοικονομική αφήγηση σταθερότητας και στις μικροοικονομικές πιέσεις που βιώνουν τμήματα της κοινωνίας, προσδίδοντας στη συζήτηση για τον προϋπολογισμό μια σαφή κοινωνική διάσταση.
Η πολιτική διάσταση: ευρεία απόρριψη, διαφορετικές αφετηρίες
Στο πολιτικό επίπεδο, η αντιπολίτευση εμφανίστηκε ενωμένη στο «όχι», αλλά όχι ενιαία στα επιχειρήματα. Το ΠΑΣΟΚ–ΚΙΝΑΛ επικέντρωσε την κριτική του στη διεύρυνση των ανισοτήτων και στη διαπίστωση ότι η μακροοικονομική σταθερότητα δεν μεταφράζεται επαρκώς σε βελτίωση της καθημερινότητας για τη μεσαία τάξη και τους πιο ευάλωτους. Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στον ρόλο του τραπεζικού συστήματος και στο κατά πόσο η ανάπτυξη κατανέμεται δίκαια.
Ο ΣΥΡΙΖΑ–ΠΣ κινήθηκε σε παρόμοια κατεύθυνση, χαρακτηρίζοντας τον προϋπολογισμό κοινωνικά ανεπαρκή και αποκομμένο από τις ανάγκες της περιφέρειας και των παραγωγικών στρωμάτων που πλήττονται από την ακρίβεια. Το ΚΚΕ, από τη δική του οπτική, αντιμετώπισε τον προϋπολογισμό ως συνέχεια μιας «αντιλαϊκής» πολιτικής, απορρίπτοντας συνολικά το πλαίσιο δημοσιονομικών στόχων και καλώντας σε κοινωνική αντίδραση.
Η Νέα Αριστερά εστίασε περισσότερο στο αναπτυξιακό μοντέλο, θέτοντας ερωτήματα για την ποιότητα της ανάπτυξης και τη μονομέρεια επενδύσεων σε τομείς χαμηλής προστιθέμενης αξίας, όπως το real estate. Η Πλεύση Ελευθερίας προσέγγισε τη συζήτηση κυρίως θεσμικά, συνδέοντας τον προϋπολογισμό με ζητήματα διαφάνειας και πολιτικής ευθύνης.
Παρά τις επιμέρους διαφοροποιήσεις, το κοινό πολιτικό μήνυμα της αντιπολίτευσης ήταν σαφές: ο προϋπολογισμός μπορεί να είναι αριθμητικά συνεπής, αλλά κοινωνικά δεν πείθει.
Το μακροοικονομικό πλαίσιο: ρεαλισμός με προϋποθέσεις
Σε οικονομικό επίπεδο, ο Προϋπολογισμός 2026 βασίζεται σε ένα σενάριο μέτριας αλλά σταθερής ανάπτυξης, με ρυθμό γύρω στο 2,4%, πληθωρισμό κοντά στο 2% και διατήρηση πρωτογενών πλεονασμάτων. Οι επενδύσεις εμφανίζονται ως βασικός μοχλός μεγέθυνσης, με σημαντική συμβολή από το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων και τους ευρωπαϊκούς πόρους.
Το σενάριο αυτό κρίνεται γενικά εφικτό, υπό δύο βασικές προϋποθέσεις: πρώτον, ότι η απορρόφηση των ευρωπαϊκών κονδυλίων θα συνεχιστεί χωρίς σοβαρές καθυστερήσεις και, δεύτερον, ότι το διεθνές περιβάλλον δεν θα επιδεινωθεί απότομα λόγω γεωπολιτικών ή ενεργειακών εξελίξεων. Η εξάρτηση του προϋπολογισμού από την επενδυτική δυναμική αποτελεί ταυτόχρονα πλεονέκτημα και αδυναμία: εάν οι επενδύσεις «τρέξουν», οι στόχοι είναι επιτεύξιμοι· εάν όχι, τα δημοσιονομικά περιθώρια στενεύουν γρήγορα.
Κοινωνικός χαρακτήρας: στοχευμένη ανακούφιση, όχι ριζική αναδιανομή
Ο προϋπολογισμός περιλαμβάνει πακέτο μέτρων με στόχο την ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος και τη μερική ανακούφιση από το κόστος ζωής. Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στο στεγαστικό, με παρεμβάσεις όπως επιστροφές μισθώματος με εισοδηματικά κριτήρια, κίνητρα για αξιοποίηση κενών κατοικιών και συμπληρωματικά μέτρα που ανακοινώθηκαν κατά τη διάρκεια της κοινοβουλευτικής συζήτησης.
Από κοινωνική σκοπιά, ο χαρακτήρας αυτών των παρεμβάσεων είναι σαφώς στοχευμένος. Δεν πρόκειται για ευρείας κλίμακας αναδιανομή, αλλά για «διορθωτικές κινήσεις» που επιχειρούν να περιορίσουν τις πιο οξείες πιέσεις. Αυτό εξηγεί και γιατί, παρά την ύπαρξη μέτρων, η κοινωνική δυσαρέσκεια παραμένει: για σημαντικό μέρος των πολιτών, τα οφέλη κρίνονται ανεπαρκή σε σχέση με το βάθος του προβλήματος.
Αναπτυξιακή προοπτική: ποσότητα ή ποιότητα;
Στο αναπτυξιακό σκέλος, ο προϋπολογισμός ευθυγραμμίζεται με τη στρατηγική των τελευταίων ετών: έμφαση στις επενδύσεις, στην αξιοποίηση των ευρωπαϊκών πόρων και στη διατήρηση της δημοσιονομικής αξιοπιστίας. Το ερώτημα που τίθεται –και τροφοδοτεί την κριτική– αφορά την ποιότητα αυτής της ανάπτυξης.
Επενδύσεις σε υποδομές και πράσινη μετάβαση μπορούν να έχουν μακροπρόθεσμο όφελος, όμως η υπερσυγκέντρωση σε τομείς όπως το real estate ενέχει κινδύνους, τόσο κοινωνικούς όσο και μακροοικονομικούς. Η πρόκληση για την επόμενη περίοδο είναι αν ο αναπτυξιακός δυναμισμός θα οδηγήσει σε παραγωγική αναβάθμιση ή αν θα ενισχύσει υφιστάμενες ανισορροπίες.
Δυνατά και αδύνατα σημεία
Στα θετικά του προϋπολογισμού συγκαταλέγονται η σαφής δημοσιονομική κατεύθυνση, η προσπάθεια διατήρησης της αξιοπιστίας της χώρας και η ενίσχυση των επενδύσεων. Στα αρνητικά, ξεχωρίζουν η περιορισμένη κοινωνική εμβέλεια των μέτρων και η εξάρτηση από αισιόδοξες παραδοχές για την οικονομική συγκυρία.
Ο Προϋπολογισμός 2026 αποτυπώνει μια επιλογή πολιτικής σταθερότητας με κοινωνικά αντίβαρα, αλλά όχι ρήξεις. Είναι ένας προϋπολογισμός που «στέκεται» δημοσιονομικά, όμως δοκιμάζεται πολιτικά και κοινωνικά. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν εγκρίθηκε, αλλά αν θα καταφέρει να γεφυρώσει το χάσμα ανάμεσα στους αριθμούς και την καθημερινή εμπειρία των πολιτών. Εκεί, τελικά, θα κριθεί και η πραγματική του επιτυχία.














