Στον πόλεμο ανάμεσα στη Ρωσία και την Ουκρανία δεν συγκρούονται απλώς δύο κράτη. Συγκρούονται καθρέφτες. Αδελφοί λαοί, με κοινές μνήμες, κοινές προσευχές, κοινά ονόματα χαραγμένα στα οικογενειακά Ευαγγέλια, βρίσκονται αντικριστά, με το ίδιο βάρος στην καρδιά και το ίδιο χώμα στα άρβυλα.
Η ιστορία είναι σκληρή όταν επαναλαμβάνεται χωρίς σοφία. Οι απόγονοι εκείνων που έπνιξαν με αίμα και ηρωισμό το φίδι του ναζισμού, εκείνων που στάθηκαν όρθιοι όταν η Ευρώπη λύγιζε, σήμερα σκοτώνονται μεταξύ τους. Η ίδια μάνα—με το ίδιο ίσως όνομα, Νατάλια, Αλιόνα, Τατιάνα—σκύβει πάνω από το ίδιο χαϊδευτικό: Βάνια, Λιούσα, Σάσα. Αλλάζει μόνο η στολή. Η κραυγή είναι ίδια.
Και οι δύο πλευρές πολεμούν με αυταπάρνηση, με πίστη ότι υπερασπίζονται το δίκιο τους. Έχουν παρόμοια ανατροφή, την ίδια Ορθόδοξη παράδοση, το ίδιο τραπέζι της Κυριακής, τις ίδιες εικόνες στο εικονοστάσι. Είναι εξίσου δυναμικοί, θαρραλέοι, ηρωικοί—γι’ αυτό και ο πόλεμος κρατά. Γι’ αυτό και ο απολογισμός βαραίνει: χιλιάδες νέα, όμορφα, γεμάτα υγεία παλικάρια χάνονται, και πίσω τους σπαράζουν μανάδες, γυναίκες, λαοί.
Όποιος κι αν ήταν ο λόγος που άναψε η φωτιά, το αποτέλεσμα είναι αδιαμφισβήτητο: η μάνα που νεκροφιλάει τα παιδιά της είναι Ορθόδοξη Σλάβα. Δεν κρατά διαβατήριο. Κρατά μαντίλι. Δεν φωνάζει συνθήματα. Ψιθυρίζει προσευχές. Η απώλεια δεν γνωρίζει σύνορα—μόνο ονόματα.
Αν κάτι μπορεί να γεννηθεί μέσα από τη συγκίνηση, είναι η ευθύνη. Να μη συνηθίσουμε το πένθος. Να μη θεωρήσουμε «αναπόφευκτο» τον θάνατο των άλλων. Να βάλουμε το δικό μας, νοητό λιθαράκι: λόγο που δεν μισεί, μνήμη που ενώνει, πίεση για διάλογο, επιμονή στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Γιατί κάθε μέρα που περνά χωρίς ειρήνη, μια ακόμη μάνα σκύβει—και ο κόσμος μικραίνει.
Δεν παίρνουμε θέση υπέρ καμίας εμπόλεμης χώρας. Παίρνουμε θέση υπέρ της ζωής. Υπέρ του τέλους της αιματοχυσίας. Υπέρ της στιγμής που τα κεριά θα ανάβουν ξανά για γιορτές και όχι για κηδείες.














