Η διήμερη επίσκεψη του Εμμανουέλ Μακρόν στην Αθήνα, στις 24 και 25 Απριλίου 2026, ολοκληρώθηκε με την υπογραφή εννέα συμφωνιών Ελλάδας–Γαλλίας, με κεντρικό άξονα την ανανέωση της στρατηγικής εταιρικής σχέσης στους τομείς της άμυνας και της ασφάλειας. Στο πακέτο περιλαμβάνονταν επίσης συμφωνίες για την εξωτερική πολιτική, την εκπαίδευση, την έρευνα, την πυρηνική τεχνολογία, την αμυντική καινοτομία και την υποστήριξη των πυραύλων MICA.
Η κυβέρνηση παρουσίασε τη συνάντηση Μητσοτάκη–Μακρόν ως επιβεβαίωση της στρατηγικής σχέσης Ελλάδας–Γαλλίας. Ο πρωθυπουργός συνέδεσε τις συμφωνίες με την ενίσχυση της αποτρεπτικής ισχύος της χώρας, κάνοντας ειδική αναφορά στα Rafale, στις φρεγάτες Belharra και στην αναβάθμιση των πυραύλων MICA.
Από την πλευρά της αντιπολίτευσης, όμως, οι αντιδράσεις ήταν επιφυλακτικές έως έντονα επικριτικές. Ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, υπό τον Σωκράτη Φάμελλο, ξεκαθάρισε ότι η εμβάθυνση των ελληνογαλλικών σχέσεων αποτελεί πάγια θέση του, αλλά πρέπει να εντάσσεται σε «πολυδιάστατη και ανεξάρτητη εξωτερική πολιτική». Παράλληλα, εξέφρασε κάθετη αντίθεση σε συμφωνίες που, όπως υποστήριξε, ανοίγουν τον δρόμο για συμμετοχή στη λεγόμενη «πυρηνική ομπρέλα», τονίζοντας ότι η άμυνα δεν πρέπει να οδηγεί σε «κούρσα εξοπλισμών».
Το ΚΚΕ κινήθηκε σε ακόμη πιο σκληρή γραμμή, χαρακτηρίζοντας την επίσκεψη ως βήμα βαθύτερης πολεμικής εμπλοκής της Ελλάδας. Σύμφωνα με τη δική του προσέγγιση, οι συμφωνίες εντάσσονται σε ευρύτερους ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς και συνδέονται με επικίνδυνους σχεδιασμούς, από τα Στενά του Ορμούζ έως τη συζήτηση περί γαλλικής πυρηνικής ομπρέλας.
Η Ελληνική Λύση, μέσω του Κυριάκου Βελόπουλου, επέλεξε εθνικοπατριωτική κριτική. Ο πρόεδρός της χαρακτήρισε την επίσκεψη «σόου Μακρόν» με «κομπάρσο» την Ελλάδα, υποστηρίζοντας ότι η χώρα δεν χρειάζεται «φανταστικούς εχθρούς», αλλά πρέπει να εστιάσει στην Τουρκία. Παράλληλα, ανέφερε ότι η στήριξη σε Rafale και Belharra δεν σημαίνει αποδοχή περαιτέρω εμπλοκής της Ελλάδας σε διεθνείς συγκρούσεις.
Συνολικά, η αντιπολίτευση δεν αμφισβήτησε ενιαία την αξία των ελληνογαλλικών σχέσεων. Η βασική διαφωνία αφορούσε το περιεχόμενο και τον προσανατολισμό των συμφωνιών: ο ΣΥΡΙΖΑ έθεσε ζήτημα στρατηγικής αυτονομίας και αποφυγής πυρηνικής εμπλοκής, το ΚΚΕ μίλησε για πολεμικούς σχεδιασμούς, ενώ η Ελληνική Λύση εστίασε στον κίνδυνο αποπροσανατολισμού από την τουρκική απειλή.
Έτσι, η επίσκεψη Μακρόν δεν λειτούργησε μόνο ως διπλωματικό γεγονός, αλλά και ως πεδίο εσωτερικής πολιτικής αντιπαράθεσης για την άμυνα, τη θέση της Ελλάδας στην Ευρώπη και τα όρια των διεθνών συμμαχιών.













