Γράφει ο Κώστας Πορτοκάλης
Υπάρχει μια Ελλάδα που κάθε καλοκαίρι εργάζεται αθόρυβα.
Ανοίγει το κατάστημά της νωρίς το πρωί και πολλές φορές το κλείνει αργά τη νύχτα. Εργάζεται επτά ημέρες την εβδομάδα, για πέντε και έξι συνεχόμενους μήνες. Κυριακές, αργίες και Σαββατοκύριακα χάνουν σχεδόν το νόημά τους. Πίσω από τον πάγκο βρίσκεται συχνά ολόκληρη η οικογένεια: γονείς, παιδιά, σύζυγοι, αδέλφια.
Είναι οι μικρομεσαίοι επιχειρηματίες του ελληνικού τουρισμού. Και ανάμεσά τους μια ξεχωριστή θέση έχουν οι άνθρωποι των μικρών μπακάλικων, των παντοπωλείων και των μικρών σούπερ μάρκετ στους τουριστικούς προορισμούς της χώρας μας.
Άνθρωποι που δεν περιορίζονται στο να πουλούν προϊόντα.
Κάθε καλοκαίρι γίνονται πρεσβευτές της Ελλάδας.
Ένα μικρό κατάστημα που χωράει ολόκληρη την Ελλάδα
Αρκεί να μπει κανείς σε ένα καλό μικρό κατάστημα ενός τουριστικού προορισμού για να καταλάβει τι σημαίνει αυτό.
Μέσα σε λίγα τετραγωνικά μέτρα μπορεί να συναντήσει κανείς μια μικρογραφία της ελληνικής παραγωγής.
Εξαιρετικά παρθένα ελαιόλαδα από διαφορετικούς τόπους και ποικιλίες. Ελληνικές ελιές, μέλι, χαλβάδες, λουκούμια, σιροπιαστά και παραδοσιακά γλυκίσματα. Βότανα και μπαχαρικά. Προϊόντα με έντονη τοπική ταυτότητα, από το κερκυραϊκό κουμκουάτ και τη συκομαΐδα μέχρι δεκάδες άλλες γεύσεις που παράγονται σε κάθε γωνιά της ελληνικής γης.
Δεν έχει όμως σημασία να απαριθμήσουμε όλα τα προϊόντα.
Σημασία έχει τι συμβαίνει γύρω από αυτά.
Γιατί πίσω από κάθε μπουκάλι ελαιόλαδο, κάθε βαζάκι ελιές και κάθε συσκευασία ενός τοπικού προϊόντος βρίσκεται ένας μικρός επιχειρηματίας που το επέλεξε. Που του έδωσε μια θέση στο ράφι του. Που αποφάσισε να το παρουσιάσει στους χιλιάδες ξένους επισκέπτες που περνούν κάθε καλοκαίρι από το κατάστημά του.
Και πολύ συχνά δεν το πουλάει απλώς.
Το συστήνει.
«Δοκίμασέ το. Είναι ελληνικό. Είναι εξαιρετικό.»
Μια απλή ανθρώπινη κουβέντα που μπορεί να αξίζει περισσότερο από πολλές διαφημιστικές καμπάνιες.
Ο άνθρωπος πίσω από τον πάγκο
Αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο πλεονέκτημα αυτών των μικρών οικογενειακών επιχειρήσεων: η προσωπική επαφή.
Ο τουρίστας δεν βρίσκεται απέναντι σε ένα απρόσωπο ράφι. Βρίσκεται απέναντι σε έναν άνθρωπο.
Στον μπακάλη. Στον ιδιοκτήτη του μικρού σούπερ μάρκετ. Στη γυναίκα του, στον άντρα της, στα παιδιά τους. Σε μια οικογένεια που γνωρίζει τον τόπο, γνωρίζει τα προϊόντα του και μπορεί να μιλήσει γι’ αυτά με έναν τρόπο αυθεντικό.
Ο επισκέπτης δεν αγοράζει απλώς ένα μπουκάλι ελαιόλαδο. Μαθαίνει κάτι για τον τόπο όπου παράχθηκε.
Δεν αγοράζει απλώς έναν χαλβά ή ένα κουτί λουκούμια. Ανακαλύπτει μια ελληνική γεύση που ίσως μέχρι εκείνη τη στιγμή να μην είχε δοκιμάσει ποτέ.
Και μαζί με το προϊόν αγοράζει κάτι ακόμη: μια μικρή ανάμνηση από την Ελλάδα.
Η αγορά δεν τελειώνει στο ταμείο
Και εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη προσφορά αυτών των ανθρώπων στην ελληνική παραγωγή.
Γιατί η ιστορία δεν τελειώνει όταν ο ξένος επισκέπτης πληρώσει και φύγει από το κατάστημα.
Τότε, πολλές φορές, μόλις αρχίζει.
Ο τουρίστας επιστρέφει στη Γερμανία, στη Γαλλία, στην Ολλανδία, στη Μεγάλη Βρετανία, στις Ηνωμένες Πολιτείες ή σε οποιαδήποτε άλλη χώρα.
Και μέσα στη βαλίτσα του ταξιδεύει ένα μικρό κομμάτι της Ελλάδας.
Ένα ελληνικό ελαιόλαδο ανοίγει κάποια βράδια αργότερα σε ένα οικογενειακό τραπέζι χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά.
Οι φίλοι το δοκιμάζουν.
«Από πού το πήρες;»
«Από την Ελλάδα.»
Κάποιος κοιτάζει την ετικέτα. Κάποιος φωτογραφίζει το μπουκάλι. Κάποιος αναζητά το προϊόν ή τον παραγωγό στο διαδίκτυο. Κάποιος θέλει να το ξαναγοράσει.
Το ίδιο μπορεί να συμβεί με τις ελιές, το μέλι, τον χαλβά, τα βότανα, τα γλυκά και τόσα άλλα προϊόντα.
Και κάπως έτσι μια αγορά λίγων ευρώ σε ένα μικρό ελληνικό κατάστημα μπορεί να αποτελέσει την πρώτη γνωριμία ενός ξένου καταναλωτή με έναν Έλληνα παραγωγό.
Οι αφανείς πρεσβευτές της ελληνικής παραγωγής
Αν το σκεφτούμε λίγο βαθύτερα, αυτά τα χιλιάδες μικρά καταστήματα αποτελούν κάτι πολύ μεγαλύτερο από σημεία λιανικής πώλησης.
Αποτελούν ένα τεράστιο, διάσπαρτο και εξαιρετικά αυθεντικό δίκτυο προβολής της ελληνικής παραγωγής.
Χωρίς μεγάλους διαφημιστικούς προϋπολογισμούς.
Χωρίς πανάκριβες διεθνείς καμπάνιες.
Χωρίς εντυπωσιακά περίπτερα.
Με ένα ράφι, ένα καλό ελληνικό προϊόν και μια ανθρώπινη κουβέντα.
Αυτοί οι μικρομεσαίοι επιχειρηματίες γίνονται, με τον δικό τους τρόπο, οι αφανείς πρεσβευτές των ελληνικών προϊόντων στο εξωτερικό.
Δεν φορτώνουν οι ίδιοι κοντέινερ με προϊόντα για εξαγωγή. Κάνουν όμως κάτι που προηγείται κάθε επιτυχημένης εξαγωγής:
δημιουργούν την επιθυμία για το ελληνικό προϊόν.
Το βάζουν για πρώτη φορά στα χέρια του ξένου καταναλωτή.
Του δίνουν την ευκαιρία να το δοκιμάσει.
Του δημιουργούν μια όμορφη ανάμνηση γύρω από αυτό.
Και ύστερα το προϊόν ταξιδεύει μαζί του.
Πέντε μήνες που κρύβουν τον κόπο μιας ολόκληρης χρονιάς
Υπάρχει όμως και μια άλλη πλευρά που αξίζει να αναγνωρίσουμε.
Ο επισκέπτης βλέπει ένα γεμάτο κατάστημα. Βλέπει κόσμο. Βλέπει κίνηση και τζίρο.
Δεν βλέπει πάντα τον κόπο που βρίσκεται από πίσω.
Για μια μικρή οικογενειακή τουριστική επιχείρηση, οι πέντε ή έξι μήνες της σεζόν είναι μήνες αδιάκοπης προσπάθειας.
Παραλαβές. Παραγγελίες. Προμήθειες. Τακτοποίηση. Καθαριότητα. Λογιστήριο. Εξυπηρέτηση πελατών. Προβλήματα που πρέπει να λυθούν αμέσως.
Από το πρωί μέχρι το βράδυ.
Και την επόμενη ημέρα ξανά από την αρχή.
Γιατί μέσα σε αυτούς τους λίγους μήνες πρέπει συχνά να δημιουργηθεί ένα σημαντικό μέρος του εισοδήματος που θα κρατήσει την οικογένεια και την επιχείρηση όρθιες για ολόκληρη τη χρονιά.
Πίσω λοιπόν από έναν καλό καλοκαιρινό τζίρο υπάρχουν αμέτρητες ώρες προσωπικής εργασίας.
Υπάρχει αγωνία.
Υπάρχει επένδυση.
Υπάρχει επιχειρηματικό ρίσκο.
Και πάνω απ’ όλα υπάρχει οικογενειακή προσπάθεια.
Αυτούς τους ανθρώπους αξίζει να τους βλέπουμε
Όταν μιλάμε για τον ελληνικό τουρισμό, συνηθίζουμε να μιλάμε για εκατομμύρια αφίξεις, αεροπορικές θέσεις, ξενοδοχειακές κλίνες και τουριστικά έσοδα.
Όλα αυτά είναι σημαντικά.
Αλλά κάποια στιγμή αξίζει να κοιτάξουμε και πίσω από τους μεγάλους αριθμούς.
Να κοιτάξουμε το μικρό μαγαζί ενός νησιού.
Το οικογενειακό σούπερ μάρκετ ενός παραθαλάσσιου χωριού.
Το παντοπωλείο που τον χειμώνα μπορεί να είναι ήσυχο και το καλοκαίρι γεμίζει ανθρώπους από κάθε γωνιά της Ευρώπης και του κόσμου.
Και κυρίως να κοιτάξουμε τους ανθρώπους πίσω από τον πάγκο.
Αυτούς που σηκώνουν κάθε πρωί τα ρολά.
Που δουλεύουν αμέτρητες ώρες.
Που στηρίζουν τις οικογένειές τους.
Που συνεργάζονται με προμηθευτές και παραγωγούς.
Που κρατούν ζωντανές τις τοπικές οικονομίες.
Και που, χωρίς μεγάλες κουβέντες, κάνουν καθημερινά κάτι ακόμη:
συστήνουν την Ελλάδα στον κόσμο.
Ένα μπουκάλι εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο τη φορά.
Ένα βαζάκι ελληνικές ελιές.
Ένα κουτί λουκούμια.
Έναν χαλβά.
Ένα τοπικό προϊόν που ίσως δεν θα έφτανε ποτέ στα χέρια αυτού του ξένου καταναλωτή χωρίς εκείνους.
Και πάντα μαζί με κάτι που δεν συσκευάζεται και δεν πωλείται:
ένα χαμόγελο και μια ανθρώπινη κουβέντα.
Ένα μεγάλο ευχαριστώ, λοιπόν, σε αυτούς τους ανθρώπους.
Στους ανθρώπους του μόχθου.
Στις οικογένειες που βρίσκονται πίσω από τα μικρά καταστήματα του ελληνικού τουρισμού.
Στους ανθρώπους που βάζουν τα ελληνικά προϊόντα στα χέρια ολόκληρου του κόσμου.















