Τι απαντά ο Μητσοτάκης στην κριτική της αντιπολίτευσης για την εξωτερική πολιτική
Σύμφωνα με τον Πρωθυπουργό, αντιπολίτευση έχει χτίσει τα τελευταία χρόνια ένα σταθερό αφήγημα: η κυβέρνηση «τρέχει» να ταυτιστεί με τη Δύση, πήρε «βιαστικά» θέση στην Ουκρανία και στη Γάζα, έγινε «πολύ φίλη» με το Ισραήλ και έτσι –λένε– έχασε τη δυνατότητα να παίζει ρόλο γέφυρας, ισότιμου συνομιλητή «και με τον αστυφύλαξ και με τον χωροφύλαξ».
Η συζήτηση του Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Γιάννη Πρετεντέρη στο συνέδριο «Athens Policy Dialogues» είναι ουσιαστικά μια συνολική απάντηση σε αυτή την κριτική. Όχι με συνθήματα, αλλά με μια συνεκτική αντίληψη για το τι σημαίνει εξωτερική πολιτική μιας ευρωπαϊκής, δημοκρατικής χώρας το 2025.
1. Η έννοια του «προβλέψιμου συμμάχου»
Κεντρικό σημείο της αντιπολιτευτικής ρητορικής είναι η ειρωνεία για τον «προβλέψιμο σύμμαχο». Ο Πρωθυπουργός όμως γυρίζει το επιχείρημα ανάποδα:
- Συμμαχία χωρίς προβλεψιμότητα δεν είναι συμμαχία, είναι ευκαιριακή συναλλαγή.
- Η λογική του «φτερού στον άνεμο» –όπου πάει ο άνεμος των συγκυριών– μπορεί να βολεύει εσωτερικά ακροατήρια, αλλά δεν χτίζει διεθνή αξιοπιστία.
Ο Μητσοτάκης το λέει σχεδόν ωμά:
- Δεν μπορεί μια χώρα να ζητά συνεχώς στήριξη από τους συμμάχους της και την ίδια ώρα να «σφυρίζει αδιάφορα» όταν εκείνοι χρειάζονται τη δική της.
- Το δόγμα «μόνο δικαιώματα, χωρίς υποχρεώσεις» μπορεί να βολεύει σε επίπεδο συνθημάτων, αλλά δεν είναι στρατηγική σοβαρού κράτους.
Με άλλα λόγια, η κριτική της αντιπολίτευσης ξεκινά από μια παλιά ελληνική ψευδαίσθηση: ότι μπορούμε να είμαστε ταυτόχρονα και Δύση και «ούτε Δύση ούτε Ανατολή». Αυτή η εποχή έχει τελειώσει.
2. Ουκρανία: το τραύμα της Κύπρου και το απαραβίαστο των συνόρων
Στο Ουκρανικό, η κυβέρνηση κατηγορήθηκε ότι βιάστηκε να ταυτιστεί με τον αμυνόμενο, άρα με τη Δύση. Όμως, όπως εξηγεί ο Πρωθυπουργός, η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια να είναι «ουδέτερη» σε ζητήματα εισβολής και αλλαγής συνόρων:
- Πρώτον, γιατί η αρχή του απαραβίαστου των συνόρων είναι ο ακρογωνιαίος λίθος του διεθνούς συστήματος μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
- Δεύτερον, γιατί για την Ελλάδα υπάρχει και το Κυπριακό: εισβολή, κατοχή, 51 χρόνια ανοιχτή πληγή.
Όταν λοιπόν η αντιπολίτευση μιλά για «ρωσοφοβία» ή για υπερβολική ευθυγράμμιση με την Ουκρανία, παρακάμπτει ένα στοιχειώδες εθνικό συμφέρον:
- Αν αποδεχθείς σιωπηλά ότι ο ισχυρός μπορεί να εισβάλει και να αλλάξει σύνορα διά της βίας, ποιο επιχείρημα θα έχεις αύριο όταν ζητήσεις εφαρμογή της ίδιας αρχής για την Κύπρο ή –σε ένα δυσμενές σενάριο– για τα δικά σου σύνορα;
Εδώ, η κυβέρνηση δεν κάνει «εξωτερική πολιτική βιτρίνας»· υπερασπίζεται μια αρχή που αφορά ευθέως την ίδια την εθνική ασφάλεια.
3. Γάζα, Ισραήλ και η κατηγορία περί «τυφλής φιλίας»
Στο ζήτημα της Γάζας και του Ισραήλ, η αντιπολίτευση κατηγορεί την κυβέρνηση ότι «έγινε πολύ φίλη» του Netanyahu και έχασε την επαφή με τον αραβικό κόσμο. Η εικόνα που προκύπτει όμως από τη συνέντευξη είναι πολύ διαφορετική:
- Η στρατηγική σχέση με το Ισραήλ
- Δεν είναι «προσωπική» φιλία με μια κυβέρνηση, αλλά διαχρονική στρατηγική επιλογή του ελληνικού κράτους.
- Ξεκινά ήδη από το 1990 με την αναγνώριση του κράτους του Ισραήλ από τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη και εδραιώνεται όλο τον 21ο αιώνα.
- Σήμερα έχει ουσιαστικό περιεχόμενο: άμυνα, ενέργεια, πολυμερή σχήματα όπως το 3+1.
- Η στάση έναντι της 7ης Οκτωβρίου και της Γάζας
- Η Ελλάδα υπερασπίστηκε από την πρώτη στιγμή το δικαίωμα του Ισραήλ στην αυτοάμυνα μετά από μια εφιαλτική τρομοκρατική επίθεση.
- Ταυτόχρονα όμως ήταν ανοιχτά επικριτική για την υπέρμετρη χρήση βίας στη Γάζα, τόσο δημόσια όσο και στις κατ’ ιδίαν επαφές Μητσοτάκη – Netanyahu / Herzog.
- Συμμετείχε σε ανθρωπιστικές αποστολές· η Πολεμική Αεροπορία έριξε τρόφιμα στη Γάζα.
- Το παλαιστινιακό κράτος
- Η Ελλάδα παραμένει σταθερά υπέρ της λύσης δύο κρατών.
- Η αναγνώριση της Παλαιστίνης δεν απορρίπτεται, αλλά συνδέεται με προϋποθέσεις και με την εξέλιξη μιας μακράς διαδικασίας – όπως κάνουν κι άλλες ευρωπαϊκές χώρες.
- Ο αραβικός κόσμος
- Παρά τις καταγγελίες της αντιπολίτευσης, ο Πρωθυπουργός υπογραμμίζει ότι δεν υπήρξε καμία πίεση από αραβικές χώρες για τη στάση της Ελλάδας.
- Αντιθέτως, η Αθήνα έχει αναπτύξει «πυκνό δίκτυο επαφών» με Αίγυπτο, Σαουδική Αραβία, Εμιράτα, Κατάρ και θεωρείται αξιόπιστος συνομιλητής και επενδυτικός προορισμός.
Η κυβέρνηση, λοιπόν, δεν είναι «τυφλά φιλοϊσραηλινή» ούτε «αντιαραβική». Κινείται σε μια λεπτή ισορροπία: στρατηγική σχέση με το Ισραήλ, αλλά και χαμηλούς τόνους, ανθρωπιστική ευαισθησία και διαύλους με όλο τον αραβικό κόσμο.
4. Τουρκία: από την κρίση στη «λειτουργική σχέση»
Άλλο σημείο κριτικής είναι ότι η κυβέρνηση υποτίθεται ότι «μαλάκωσε» απέναντι στην Τουρκία. Ο Μητσοτάκης βάζει το πλαίσιο:
- Προηγήθηκαν τρία χρόνια πολύ μεγάλης έντασης, με ανησυχητικά επεισόδια στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο.
- Η Διακήρυξη των Αθηνών δεν είναι «φιλία χωρίς όρους», αλλά μια συμφωνία να διαφωνούμε πολιτισμένα, χωρίς να ανεβαίνει κάθε λίγο το θερμόμετρο στο κόκκινο.
- Τα αποτελέσματα:
- Σημαντική μείωση –συχνά μηδενισμός– παραβιάσεων στο Αιγαίο.
- Μεγάλη μείωση μεταναστευτικών ροών στο Ανατολικό Αιγαίο.
- Θετική ατζέντα στην οικονομία, τις μεταφορές, τον τουρισμό (visa στα νησιά, αύξηση Τούρκων επισκεπτών).
Παράλληλα όμως:
- Η Ελλάδα έθεσε σαφή όρια στην Τουρκία κατά τη συζήτηση για τα ευρωπαϊκά προγράμματα άμυνας (SAFE), αποκλείοντάς την όταν δεν τηρούνται προϋποθέσεις.
- Προχωρά σε ιστορικό εκσυγχρονισμό των Ενόπλων Δυνάμεων, με νέες φρεγάτες, αεροπορία, αναβάθμιση συνολικά της αποτρεπτικής ισχύος.
Έτσι, η απάντηση στην αντιπολίτευση είναι διπλή:
- Ούτε «yes man» της Άγκυρας, ούτε όμως και μόνιμη πολεμική υστερία για εσωτερική κατανάλωση.
- Διάλογος όπου χρειάζεται, σκληρή στάση όπου πρέπει, και σταθερή ενίσχυση της αποτρεπτικής μας δύναμης.
5. Περιφερειακή στρατηγική: από ουραγός σε κόμβο
Ένα άλλο στοιχείο που συχνά παραγνωρίζει η αντιπολίτευση είναι ότι η εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης συνδέεται με μια μακροπρόθεσμη στρατηγική αναβάθμισης της χώρας:
- Υποδομές φυσικού αερίου (αγωγοί, FSRU, Ρεβυθούσα) που μετατρέπουν την Ελλάδα σε ενεργειακό κόμβο για τα Βαλκάνια και μέχρι την Ουκρανία.
- Στροφή στις ΑΠΕ και στόχος η χώρα να είναι πλέον εξαγωγέας ηλεκτρικής ενέργειας, όχι μόνο καταναλωτής.
- Έρευνες για πιθανή εγχώρια παραγωγή φυσικού αερίου – αν επιβεβαιωθούν κοιτάσματα, αλλάζει δραστικά το ενεργειακό μας προφίλ.
- Διπλωματική πρωτοβουλία για διάσκεψη χωρών της Ανατολικής Μεσογείου, όχι για τα «άλυτα» των οριοθετήσεων, αλλά για μετανάστευση, περιβάλλον, πολιτική προστασία, ενεργειακές διασυνδέσεις.
Εδώ, ο Πρωθυπουργός απαντά εμμέσως στην κριτική περί «μόδας των αγωγών» και «πρόσκαιρης ενεργειακής συγκυρίας»:
- Ότι η Ελλάδα ήταν στο περιθώριο του ενεργειακού χάρτη και τώρα βρίσκεται στο κέντρο.
- Ότι πολλά από αυτά συμβαίνουν ήδη (εξαγωγή ρεύματος, διακίνηση φυσικού αερίου), δεν είναι σχέδια επί χάρτου.
6. Η σύνδεση εξωτερικής πολιτικής – οικονομίας – σταθερότητας
Ένα σημείο που συχνά υποβαθμίζεται στον δημόσιο διάλογο είναι η σχέση εξωτερικής πολιτικής με την οικονομική και πολιτική σταθερότητα. Ο Μητσοτάκης το θέτει ξεκάθαρα:
- Καμία χώρα δεν λαμβάνεται σοβαρά αν είναι χρεοκοπημένη και πολιτικά ασταθής.
- Τα πλεονάσματα, οι φοροελαφρύνσεις, η δυνατότητα να δαπανούμε πάνω από 3% του ΑΕΠ για άμυνα, δεν είναι «τεχνικά νούμερα» – είναι το υπόβαθρο της γεωπολιτικής μας ισχύος.
- Η πολιτική σταθερότητα και οι μονοκομματικές κυβερνήσεις, όπως ο ίδιος υποστηρίζει, επέτρεψαν σημαντικές μεταρρυθμίσεις (π.χ. στη Δικαιοσύνη) και γρήγορες αποφάσεις σε κρίσιμα θέματα.
Απέναντι σε αυτό, η αντιπολίτευση δεν προτείνει πειστικό εναλλακτικό μοντέλο. Περιορίζεται συχνά σε μια αφηρημένη επίκληση «πολυδιάστατης πολιτικής» χωρίς να εξηγεί πώς ακριβώς θα εξασφαλίσει ταυτόχρονα:
- σταθερές συμμαχίες,
- επενδυτική εμπιστοσύνη,
- αποτρεπτική ισχύ,
- και ρόλο σοβαρού παίκτη σε μια περιοχή γεμάτη ρήγματα.
7. Το πραγματικό δίλημμα για το 2030
Στο τέλος της συζήτησης, ο Μητσοτάκης μετατοπίζει τη συζήτηση στο 2030:
- Στα 200 χρόνια από τη σύσταση του ελληνικού κράτους ως ανεξάρτητου.
- Στην ανάγκη να μιλάμε για το πού θέλουμε να είναι η Ελλάδα τότε – όχι μόνο τι μας εκνευρίζει σήμερα.
Με αυτή τη ματιά, η απάντηση στην αντιπολίτευση αποκτά στρατηγικό χαρακτήρα:
- Θέλουμε μια χώρα που «παίζει έξυπνα» αλλά αναξιόπιστα, παριστάνοντας τον επιτήδειο ουδέτερο;
- Ή μια χώρα που έχει σταθερές θέσεις, τιμά τις συμμαχίες της, αξιοποιεί την οικονομική πρόοδο για να χτίσει γεωπολιτική ισχύ και μπορεί να σταθεί με αυτοπεποίθηση σε μια όλο και πιο ασταθή περιοχή;
Σύμφωνα με όσα καταλάβαμε τα όσα είπε στη συνέντευξη ο Πρωθυπουργός δεν είναι απλώς μια αμυντική απάντηση στην κριτική της αντιπολίτευσης. Είναι μια δήλωση ότι η Ελλάδα δεν μπορεί πια να βλέπει την εξωτερική πολιτική σαν επικοινωνιακό παιχνίδι ισορροπιών, αλλά ως μακρόπνοη στρατηγική επιλογή.
Και σε αυτή την επιλογή, η προβλεψιμότητα δεν είναι αδυναμία. Είναι προϋπόθεση για να σε εμπιστεύονται – και σύμμαχοι, και αγορές, και, τελικά, η ίδια σου η κοινωνία.














