Μια παραμυθένια ιστορία πίστης στα χρόνια του πολέμου
Το καλοκαίρι του 1940, όταν ο άνεμος γύριζε από τα μαντριά ως τις κορφές κι έφερνε μυστικά πως κάτι κακό ζυγώνει, ο Κώτσος, κτηνοτρόφος από τα χωριά του Πωγωνίου, κλήθηκε να φυλάξει τα σύνορα. Άφησε τα πρόβατα στους δικούς, πήρε το φυσεκλίκι, κι από κοντά του πήρε και τη σκυλίτσα του — με τρίχωμα σαν παλιό λύκο και μάτια καθάρια — που την έλεγαν Νίκη, γιατί έτσι πίστευε: πως η πίστη καμιά φορά φτιάχνει τη μοίρα.
Ανέβηκαν στα υψώματα της Πίνδου, εκεί που η πέτρα μιλάει με τον ουρανό. Από τις ράχες του Σμόλικα έβλεπαν ως τον Καλαμά να γυαλίζει σαν μαχαίρι. Τα βράδια, οι σκοπιές άναβαν τσιγαριλίκια κρυφά, κι οι άντρες άκουγαν τα κοπάδια που κατέβαιναν, και νόμιζαν πως ακούνε την παλιά τους ζωή να τους φωνάζει. Η Νίκη κουλουριαζόταν στα πόδια του Κώτσου, μα τα αυτιά της δεν ησύχαζαν· έπιαναν τη νυχτιάτικη ανάσα του βουνού, τα βήματα που δεν θέλουν να ακουστούν.
Ώσπου ήρθε το φθινόπωρο κι έσκασε το μαντάτο: πόλεμος. Από τα περάσματα της Πίνδου κατηφόριζαν οι Ιταλοί Αλπίνοι, με λευκές κουκούλες και σιωπηλά βήματα. Οι δικοί μας κρατούσαν τις βίγλες: Βοβούσα, Μετσόβο, Βίτσι, Γράμμος — ονόματα σαν τάματα. Οι λόχοι άλλαζαν θέσεις μέσα σε ομίχλες που μύριζαν έλατο και πυρίτιδα.
Εκείνο το βράδυ, ο ουρανός ήταν χαμηλά. Ο Κώτσος με τους συντρόφους του είχαν πιάσει μια ράχη πάνω από μια χαράδρα που οδηγούσε στον Άωο. Η βροχή ψιλόκοβε. Η Νίκη ανασηκώθηκε ξαφνικά, τίναξε το τρίχωμα και στάθηκε ακίνητη, με το κεφάλι προς τα δυτικά. Ένα σιγανό γρύλισμα ανέβηκε από το στήθος της· όχι θυμός, προειδοποίηση.
— «Κάτι έχει το ζωντανό,» ψιθύρισε ο Κώτσος. «Σιγή.»
Και τότε ακούστηκε, σχεδόν άυλο: πέτρα που κυλάει, λουρί που τρίβεται, ανάσες βιαστικές. Μια εχθρική περίπολος σκαρφάλωνε στη ράχη, να τους πάρει από πλάγια, την ώρα που το κύριο σώμα θα ερχόταν από μπρος. Αν τους έπιαναν απροετοίμαστους, η ράχη θα έσπαζε σαν ξερό κλαρί.
Η Νίκη κοίταξε τον Κώτσο. Ήξερε. Χώθηκε στο σκοτάδι με χαμηλό κορμί, σαν σκιά που τη δίδαξε το βουνό. Προχώρησε παράλληλα με τους εχθρούς, ώσπου βρέθηκε πάνω από τη χαράδρα. Έπειτα άφησε ένα δυνατό, καθαρό γάβγισμα, ύστερα άλλο δύο, σε ρυθμό που ο Κώτσος είχε μάθει από τα μαντριά: είναι το κάλεσμα για κίνδυνο από πλάι. Ήταν σήμα.
Οι δικοί μας πήραν τις θέσεις. Σώπασαν τα πάντα. Τα ρολόγια σταμάτησαν. Και σαν να ήταν το ίδιο το βουνό που έδωσε σύνθημα, η ράχη άστραψε: μια χειροβομβίδα στο σωστό σημείο, φωτιά ελεγχόμενη, και το πέρασμα γέμισε κρότους. Οι Αλπίνοι ταράχτηκαν· νόμιζαν πως είχαν αποκαλυφθεί από πολυπληθέστερη μονάδα και τράπηκαν σε φυγή. Η περίπολος του Κώτσου άλλαξε κατεύθυνση και στράφηκε προς τη χαράδρα να καλυφθεί. Μα εκεί η γη ήταν προδοτική: βράχια βρεγμένα, ρίζες γλιστερές. Η Νίκη, με τα πόδια της φαρδιά, έδειχνε το μονοπάτι στους δικούς: δυο βήματα δεξιά, τρία αριστερά, για να πέσουν πάνω στην αιχμή της εχθρικής γραμμής προτού εκείνη ανασυνταχθεί.
Ο Κώτσος έμεινε τελευταίος, να καλύπτει. Ένα φως τον τύφλωσε για μια στιγμή — φωτοβολίδα. Κι εκεί, στο σύρμα, πιάστηκε το σακάκι του. Η σφαίρα που έψαχνε καρδιά βρήκε πέτρα. Η Νίκη γύρισε πίσω σαν αέρας, άρπαξε το ρούχο με τα δόντια και τράβηξε με γρύλισμα. Τον ξέσπασε από το σύρμα και τον έσπρωξε χαμηλά, εκεί που ο βράχος έδινε σκιά. Ο Κώτσος ένιωσε τη ζέστα της ανάσας της στο μάγουλο και κατάλαβε πως ζούσε.
Λίγο αργότερα, οι δικοί μας είχαν πια σταθεροποιήσει τη γραμμή. Το πέρασμα κρατήθηκε. Ο διοικητής, άνθρωπος λιγομίλητος, πλησίασε και ακούμπησε το χέρι του στο κεφάλι της σκυλίτσας.
— «Αυτή… μας κράτησε,» είπε μονάχα.
Με τα πρώτα χιόνια, η Νίκη έγινε σύμβολο. Έτρεχε μηνύματα ανάμεσα σε φυλάκια, μ’ ένα κόκκινο πανί δεμένο στον λαιμό· άλλη φορά οδηγούσε τραυματιοφορείς μέσα σε ομίχλες, άλλη γινόταν σκιά που μπερδεύει τον εχθρό με γαυγίσματα σε λάθος ράχες. Κι όσο η γραμμή μετακινιόταν από τη χαράδρα του Άωου ως τα περάσματα του Μετσόβου, οι άντρες έλεγαν: «Άμα είναι η Νίκη μαζί μας, θα βρούμε δρόμο».
Όταν ήρθαν τα καλά νέα και τα μέτωπα σταθεροποιήθηκαν, ο Κώτσος κοίταξε το βουνό που τους μεγάλωσε όλους. Είχε στο στόμα του μια κουβέντα που δεν έβγαινε: ευχαριστώ. Μα η Νίκη δεν ήθελε λόγια· ήθελε να συνεχίσουν. Έτριψε τη μουσούδα της στο γόνατό του κι έτρεξε μπροστά, να δείξει ακόμη ένα μονοπάτι.
Κι έμεινε έτσι η μνήμη στα χωριά της Ηπείρου: πως μια σκυλίτσα, η Νίκη, με μάτια γλυκά και βλέμμα που βλέπει μακρύτερα από τον άνθρωπο, προστάτεψε τον Κώτσο και τους συντρόφους του, κράτησε τη ράχη και βοήθησε να μείνει ο τόπος όρθιος. Κάθε που φυσάει από την Πίνδο και ακούγεται ένα γάβγισμα να κυλάει στις χαράδρες, οι παλιοί χαμογελούν.
«Μας έφερε τη νίκη», λένε. «Και μας έμαθε πως η πατρίδα φυλάγεται και με καρδιές τετράποδες.»














