Σε μια περίοδο που η γεωπολιτική αστάθεια επιστρέφει δυναμικά στη Μέση Ανατολή και την ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου, η συζήτηση για τον ρόλο της Ελλάδας στη διεθνή σκηνή επανέρχεται στο προσκήνιο. Η παρέμβαση του κοινοβουλευτικού εκπροσώπου του ΠΑΣΟΚ–Κινήματος Αλλαγής, Παύλου Γερουλάνου, στη Βουλή θέτει ένα σαφές ερώτημα: θα επιλέξει η Ελλάδα να είναι παθητικός παρατηρητής των εξελίξεων ή ενεργός παράγοντας διαμόρφωσής τους;
Ο Γερουλάνος υποστηρίζει ότι η ιστορική δύναμη της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής υπήρξε ο ρόλος της χώρας ως «έντιμου διαμεσολαβητή». Μια χώρα που δεν λειτουργούσε ως σύνορο αντιπαράθεσης, αλλά ως γέφυρα συνεννόησης. Η προσέγγιση αυτή, σύμφωνα με την ανάλυσή του, δεν αποτελούσε απλώς ιδεολογική επιλογή, αλλά στρατηγικό εργαλείο για την προάσπιση των εθνικών συμφερόντων μέσω του διεθνούς δικαίου και της διπλωματικής αξιοπιστίας.
Η λογική πίσω από αυτή τη θέση είναι απλή αλλά ουσιαστική: σε μια περιοχή όπου οι συγκρούσεις συχνά παρατείνονται και οι μεγάλες δυνάμεις μετακινούν το ενδιαφέρον τους από κρίση σε κρίση, οι χώρες που παραμένουν είναι οι τοπικοί παίκτες. Η Ελλάδα, όπως επισημαίνει ο ίδιος, δεν μπορεί να φύγει από τη γειτονιά της. Αντιθέτως, οφείλει να αξιοποιήσει τη γεωγραφία, την ιστορία και τη διπλωματική της παράδοση για να λειτουργήσει ως σταθεροποιητικός παράγοντας.
Σε αυτή τη βάση, ο Γερουλάνος επικρίνει τη σημερινή εξωτερική πολιτική για έλλειψη πρωτοβουλιών. Υποστηρίζει ότι όταν μια χώρα αποφεύγει να παίξει ενεργό ρόλο, το κενό καλύπτεται από άλλους. Και στη συγκεκριμένη περίπτωση, αυτός ο «άλλος» συχνά είναι η Τουρκία, η οποία επιχειρεί να ενισχύσει τη δική της επιρροή σε περιφερειακές κρίσεις.
Η κριτική αυτή δεν περιορίζεται σε γενικό επίπεδο. Αγγίζει και συγκεκριμένες επιλογές, όπως το ζήτημα της Κύπρου και την εφαρμογή του Ενιαίου Αμυντικού Δόγματος Ελλάδας–Κύπρου, το οποίο ο Γερουλάνος χαρακτηρίζει ιστορική πρωτοβουλία της περιόδου του Ανδρέα Παπανδρέου. Η επισήμανση ότι η Κύπρος «κείται πλησίον» στρατιωτικά αλλά ίσως «κείται μακράν» σε άλλα στρατηγικά ζητήματα υποδηλώνει μια ευρύτερη ανησυχία για τη συνοχή της ελληνικής στρατηγικής στην περιοχή.
Ωστόσο, το βασικό επιχείρημα της τοποθέτησής του βρίσκεται αλλού: στην ανάγκη η Ελλάδα να μην περιορίζεται στο να αποφεύγει τα προβλήματα, αλλά να συμβάλλει ενεργά στη λύση τους. Στη διεθνή πολιτική, η αξιοπιστία και η συνέπεια αποτελούν το πιο ισχυρό διπλωματικό νόμισμα. Χώρες που διατηρούν σταθερές αρχές και ταυτόχρονα ανοιχτούς διαύλους επικοινωνίας μπορούν να αποκτήσουν δυσανάλογα μεγάλη επιρροή σε σχέση με το μέγεθός τους.
Η πρόταση για μια Ελλάδα που θα λειτουργεί ως «γέφυρα» δεν είναι καινούργια. Αντιθέτως, αποτελεί επαναφορά μιας παραδοσιακής αντίληψης της ελληνικής διπλωματίας, η οποία είχε στόχο να συνδυάσει τη δυτική της ένταξη με την ενεργή παρουσία στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή. Το ερώτημα είναι κατά πόσο αυτή η στρατηγική μπορεί να εφαρμοστεί αποτελεσματικά σε έναν κόσμο όπου οι ισορροπίες αλλάζουν ταχύτατα.
Σε κάθε περίπτωση, η συζήτηση που ανοίγει ο Γερουλάνος δεν αφορά μόνο την τρέχουσα κρίση ή μια συγκεκριμένη κυβέρνηση. Αγγίζει ένα βαθύτερο ζήτημα στρατηγικής: ποια Ελλάδα θέλουμε στη διεθνή σκηνή. Μια χώρα που ακολουθεί τις εξελίξεις ή μια χώρα που προσπαθεί να τις επηρεάσει.
Και τελικά, όπως υπονοεί η παρέμβασή του, το μεγαλύτερο ρίσκο για μια μικρή αλλά γεωπολιτικά σημαντική χώρα δεν είναι να αναλάβει πρωτοβουλίες. Είναι να επιλέξει να μην έχει καμία.















