Η Βαλαωρίτου της εποχής των εμπόρων και της λαϊκής αρχοντιάς

Γράφει ο Κώστας Πορτοκάλης

Υπήρξε μια εποχή που η Βαλαωρίτου δεν μύριζε καφέδες και ποτά.
Μύριζε ύφασμα. Καινούργιο ύφασμα. Λινό, βαμβακερό, μάλλινο.
Μύριζε ξύλο από κασόνια εμπορευμάτων, χαρτί περιτυλίγματος, σκόνη από χαλιά που ξεδιπλώνονταν στα πεζοδρόμια και ατμό από τα μικρά εργαστήρια που δούλευαν ασταμάτητα πίσω από τις βιτρίνες.

Η Οδός Βαλαωρίτου στη Θεσσαλονίκη ήταν κάποτε ένας ζωντανός κόσμος ανθρώπων του μόχθου.
Ένας δρόμος γεμάτος μικρούς εμπόρους, βιοτέχνες, ράφτες, πωλητές λευκών ειδών, ανθρώπους που έχτιζαν τη ζωή τους με τα χέρια, με το μεροκάματο και με αξιοπρέπεια.

Από το πρωί ως το βράδυ, η γειτονιά έσφυζε από ζωή.
Τα φορτηγά ξεφόρτωναν τόπια υφασμάτων.
Οι έμποροι στέκονταν στις πόρτες των μαγαζιών και χαιρετούσαν τους πελάτες με το μικρό τους όνομα.
Οι νοικοκυρές ανέβαιναν τις σκάλες των παλιών κτιρίων για να διαλέξουν σεντόνια και προικιά για τα παιδιά τους.
Οι πλανόδιοι πωλητές, οι λούστροι, οι εργάτες, οι βοηθοί των μαγαζιών, όλοι αποτελούσαν κομμάτι μιας μεγάλης καθημερινής συμφωνίας.

Και μέσα σε αυτή τη φαινομενικά απλή ζωή, υπήρχε κάτι σπάνιο:
μια λαϊκή αρχοντιά.

Όχι η αρχοντιά του πλούτου.
Αλλά η αρχοντιά της καθαρής ποδιάς, της συνέπειας, της τιμής στον λόγο, του καφέ που πάντα προσφερόταν στον πελάτη, ακόμη κι αν δεν αγόραζε τίποτα.

Οι άνθρωποι της Βαλαωρίτου ήξεραν να παλεύουν.
Πολλοί είχαν έρθει πρόσφυγες.
Άλλοι είχαν περάσει πόλεμο, κατοχή, φτώχεια.
Κι όμως, κρατούσαν τα μαγαζιά τους φωτεινά.
Με τις βιτρίνες περιποιημένες.
Με τα εμπορεύματα διπλωμένα στην εντέλεια.
Με μια περηφάνια ήσυχη και βαθιά.

Τότε η προίκα δεν ήταν επίδειξη.
Ήταν ελπίδα.
Ήταν η μάνα που αγόραζε λίγο λίγο τα σεντόνια της κόρης.
Ήταν το τραπεζομάντιλο «για την καλή μέρα».
Ήταν οι κουβέρτες που φυλάγονταν σε ξύλινα μπαούλα και μοσχοβολούσαν λεβάντα.

Η Βαλαωρίτου ήταν γεμάτη από τέτοιες μικρές ιστορίες.
Ιστορίες ανθρώπων που ίσως να μην έγιναν ποτέ πλούσιοι, αλλά κατάφεραν κάτι πιο δύσκολο:
να αφήσουν πίσω τους αξιοπρέπεια.

Τα μεσημέρια, όταν έκλειναν για λίγο τα μαγαζιά, οι δρόμοι ησύχαζαν.
Ακουγόταν μόνο το βουητό της πόλης και κάποιο ραδιόφωνο από μακριά να παίζει λαϊκά τραγούδια.
Κι έπειτα όλα ξανάρχιζαν.
Τα ψαλίδια των ραφτών, οι φωνές των εμπόρων, τα βήματα στις ξύλινες σκάλες των παλιών κτιρίων.

Σήμερα πολλά από εκείνα τα μαγαζιά δεν υπάρχουν πια.
Οι παλιοί έμποροι έφυγαν.
Οι βιοτεχνίες σιώπησαν.
Οι επιγραφές ξεθώριασαν.

Κι όμως, αν περπατήσει κανείς αργά στη Βαλαωρίτου, ειδικά ένα ήσυχο πρωινό, μπορεί ακόμη να αισθανθεί κάτι από εκείνη την εποχή.

Σαν να έχει μείνει μέσα στους τοίχους η ανάσα της παλιάς Θεσσαλονίκης.
Μιας πόλης εργατικής, ανθρώπινης, ζεστής.
Μιας πόλης όπου ο έμπορος δεν ήταν απλώς επαγγελματίας, αλλά πρόσωπο της γειτονιάς.
Άνθρωπος με μπέσα, με λόγο και με καρδιά.

Και ίσως τελικά αυτό να ήταν η αληθινή ομορφιά της παλιάς Βαλαωρίτου:
ότι μέσα στην απλότητα και στον καθημερινό αγώνα, κατάφερε να γεννήσει μια μορφή λαϊκής αρχοντιάς που σήμερα μοιάζει σχεδόν χαμένη.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
ΣΧΟΛΙΑ

Αφήστε μια απάντηση

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Post comment