Τραμπ: Η ρητορική της σύγκρουσης και το τίμημα της αλαζονείας

  • Όταν ο Τραμπ δοκιμάζει τα όρια της εξουσίας — και το σύστημα απαντά
  • Η ιστορία δείχνει ότι οι πρόεδροι που επιβίωσαν πολιτικά δεν ήταν οι πιο θορυβώδεις, αλλά εκείνοι που κατανόησαν πότε να συγκρουστούν και πότε να συμβιβαστούν. Το αμερικανικό σύστημα διοίκησης δεν τιμωρεί την ισχύ — τιμωρεί την υπερβολή.

Υπάρχουν στιγμές στην αμερικανική πολιτική που η θεσμική σκηνή μοιάζει με αρχαίο θέατρο: ο πρόεδρος στο βήμα, το Κογκρέσο απέναντι, οι δικαστές παρόντες, το έθνος να παρακολουθεί. Η ομιλία για την Κατάσταση της Ένωσης είναι ακριβώς αυτό: μια τελετουργία ισχύος και ταυτόχρονα λογοδοσίας. Όταν όμως στο βήμα ανεβαίνει ο Ντόναλντ Τραμπ, η τελετουργία μετατρέπεται σε πεδίο σύγκρουσης.

Το ερώτημα δεν είναι αν ο Τραμπ θα μιλήσει δυνατά — αυτό είναι δεδομένο. Το ερώτημα είναι αν η χώρα εξακολουθεί να τον ακούει με την ανοχή που απαιτεί η προεδρική ιδιότητα. Και εκεί ακριβώς εντοπίζεται το πρόβλημα: μια σειρά από αστόχαστες, συχνά εγωκεντρικές κινήσεις έχουν διαβρώσει την πολιτική του κεφαλαιοποίηση, περιορίζοντας όχι μόνο τη δημοτικότητά του, αλλά και το πραγματικό εύρος της εξουσίας του.

Η πολιτική του σοκ ως μόνιμη στρατηγική

Από την πρώτη του θητεία, ο Τραμπ επένδυσε στη στρατηγική του αιφνιδιασμού. Το «σοκ και δέος» δεν ήταν μόνο εργαλείο εξωτερικής πολιτικής· ήταν καθημερινή μέθοδος διακυβέρνησης. Εκτελεστικά διατάγματα με ελάχιστη διαβούλευση, αιφνιδιαστικές ανακοινώσεις μέσω κοινωνικών δικτύων, δημόσιες επιθέσεις σε θεσμούς.

Το πρώτο ταξιδιωτικό διάταγμα για μουσουλμανικές χώρες το 2017 προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων. Έρευνα του Pew Research Center κατέγραφε τότε ότι η πλειοψηφία των Αμερικανών διαφωνούσε με την πολιτική. Δεν επρόκειτο απλώς για ιδεολογική διαφωνία· ήταν μια πρώτη ένδειξη ότι η μέθοδος —η αιφνιδιαστική επιβολή— προκαλούσε δυσπιστία πέρα από τον κομματικό πυρήνα.

Η πολιτική του σοκ έχει ένα όριο: λειτουργεί ως καύσιμο συσπείρωσης για τους ήδη πεισμένους, αλλά αποξενώνει τους επιφυλακτικούς. Και στις ΗΠΑ, οι επιφυλακτικοί —οι ανεξάρτητοι ψηφοφόροι— κρίνουν τις εκλογές.

Όταν το ύφος γίνεται πολιτικό κόστος

Η προεδρία δεν είναι ριάλιτι. Ή τουλάχιστον δεν θα έπρεπε να είναι. Το 2017, μετά τα γεγονότα στο Charlottesville, η εικόνα του Τραμπ υπέστη σοβαρό πλήγμα. Σύμφωνα με τη Gallup, η έγκρισή του υποχώρησε τότε σε χαμηλά επίπεδα, αντανακλώντας τη δυσαρέσκεια για τον τρόπο με τον οποίο διαχειρίστηκε την καταδίκη της ακροδεξιάς βίας.

Το πρόβλημα δεν ήταν μόνο η πολιτική τοποθέτηση. Ήταν η αίσθηση ότι ο πρόεδρος αδυνατούσε —ή δεν επιθυμούσε— να υιοθετήσει τον ενοποιητικό τόνο που απαιτεί μια κρίση. Σε μια χώρα που δοκιμάζεται από φυλετικές και κοινωνικές εντάσεις, το ύφος είναι ουσία.

Το ίδιο μοτίβο επαναλαμβάνεται: επιθετική ρητορική, προσωπικές επιθέσεις, απόρριψη κριτικής ως «εχθρικής». Βραχυπρόθεσμα, αυτό δημιουργεί θέαμα. Μακροπρόθεσμα, διαβρώνει την εμπιστοσύνη.

Η οικονομία των shutdown και η αυταπάτη της απόλυτης ισχύος

Η πιο απτή απόδειξη ότι η πολιτική σύγκρουσης έχει κόστος ήταν τα επαναλαμβανόμενα shutdown. Όταν η εκτελεστική εξουσία συγκρούεται με το Κογκρέσο για τον προϋπολογισμό, το αποτέλεσμα είναι παράλυση του ομοσπονδιακού κράτους. Και κάθε παράλυση αφήνει σημάδι στην οικονομία και στη δημόσια εικόνα.

Ρεπορτάζ του Reuters έχει καταγράψει επιβράδυνση της ανάπτυξης μετά από παρατεταμένες διακοπές λειτουργίας του κράτους, με μετρήσιμη επίδραση στο ΑΕΠ. Όμως πέρα από τους αριθμούς, υπάρχει το συμβολικό μήνυμα: ένας πρόεδρος που διακηρύσσει ότι «μόνο εγώ μπορώ να το φτιάξω» καταλήγει να αποδεικνύει ότι δεν μπορεί να περάσει ούτε έναν προϋπολογισμό χωρίς κρίση.

Η ειρωνεία είναι προφανής. Ο Τραμπ οικοδόμησε το πολιτικό του προφίλ πάνω στην εικόνα του dealmaker. Όμως το αμερικανικό σύστημα δεν είναι εταιρική διαπραγμάτευση. Είναι περίπλοκος μηχανισμός συναίνεσης. Και όποιος τον αγνοεί, σκοντάφτει.

Το ιστορικό «ταβάνι» δημοτικότητας

Ακόμη και στα καλύτερά του, ο Τραμπ δυσκολεύτηκε να υπερβεί το 50% αποδοχής. Στο τέλος της πρώτης του θητείας, η Gallup κατέγραψε ιστορικά χαμηλό μέσο όρο έγκρισης για πρόεδρο που ολοκληρώνει θητεία. Αυτό δεν είναι στατιστική λεπτομέρεια· είναι πολιτικό μήνυμα.

Ένας πρόεδρος μπορεί να κυβερνά με το 40% — αλλά δεν μπορεί να επιβάλλει ριζικές αλλαγές χωρίς ευρύτερη νομιμοποίηση. Κάθε φορά που ο Τραμπ επιλέγει την προσωπική σύγκρουση αντί της θεσμικής διαπραγμάτευσης, ενισχύει αυτό το ταβάνι.

Το σύστημα των «φρένων»: γιατί η Αμερική δεν είναι μονοκρατορία

Κι εδώ βρίσκεται το βαθύτερο δίδαγμα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες σχεδιάστηκαν με καχυποψία απέναντι στην υπερσυγκέντρωση εξουσίας. Ο James Madison, στο Federalist 51, διατύπωσε την αρχή ότι «η φιλοδοξία πρέπει να αντιπαρατίθεται στη φιλοδοξία». Κανείς δεν θεωρείται υπεράνω ελέγχου.

Το United States Congress κρατά το πορτοφόλι. Χωρίς τη συναίνεσή του, δεν υπάρχει χρηματοδότηση. Μπορεί να διεξάγει έρευνες, να καλέσει μάρτυρες, να ασκήσει πίεση.

Το Ανώτατο Δικαστήριο —Supreme Court of the United States— μπορεί να ακυρώσει εκτελεστικές πράξεις που υπερβαίνουν το Σύνταγμα. Δικαστικές αποφάσεις έχουν ήδη ανατρέψει ή περιορίσει προεδρικές πρωτοβουλίες, υπενθυμίζοντας ότι ο Λευκός Οίκος δεν είναι υπεράνω του νόμου.

Ακόμη και σε θέματα πολέμου, όπου η εκτελεστική εξουσία είναι παραδοσιακά ισχυρή, υπάρχει η War Powers Resolution, που επιδιώκει να περιορίσει μονομερείς στρατιωτικές εμπλοκές χωρίς έγκριση του Κογκρέσου.

Βεβαίως, οι δικλείδες δεν είναι πανάκεια. Λειτουργούν όταν υπάρχει πολιτική βούληση. Όμως η ύπαρξή τους σημαίνει ότι κανένας πρόεδρος —ούτε ο πιο εκρηκτικός— δεν κυβερνά χωρίς αντίβαρα.

Η παγίδα της αλαζονείας

Το μεγαλύτερο πολιτικό σφάλμα του Τραμπ δεν είναι ότι είναι διχαστικός. Είναι ότι φαίνεται να υποτιμά τη δύναμη των θεσμών. Κάθε φορά που επιτίθεται σε δικαστές, σε ανεξάρτητες αρχές, σε ΜΜΕ, καλλιεργεί την εντύπωση ότι θεωρεί τον εαυτό του πηγή της νομιμότητας.

Αλλά στις ΗΠΑ η νομιμότητα δεν προσωποποιείται. Είναι θεσμική. Και όταν ένας πρόεδρος μοιάζει να το ξεχνά, το ίδιο το σύστημα —με καθυστερήσεις, με αντιστάσεις, με πολιτικό κόστος— τον επαναφέρει.

Μια ομιλία δεν αρκεί

Η Κατάσταση της Ένωσης είναι ευκαιρία επαναπροσδιορισμού. Όμως δεν αρκεί ένα καλοδουλεμένο κείμενο. Απαιτείται αλλαγή ύφους και στρατηγικής. Αν ο Τραμπ επιλέξει ξανά τη ρητορική της πολιορκίας, θα ενισχύσει τη βάση του αλλά θα παγιώσει την αποξένωση του κέντρου.

Η ιστορία δείχνει ότι οι πρόεδροι που επιβίωσαν πολιτικά δεν ήταν οι πιο θορυβώδεις, αλλά εκείνοι που κατανόησαν πότε να συγκρουστούν και πότε να συμβιβαστούν. Το αμερικανικό σύστημα διοίκησης δεν τιμωρεί την ισχύ — τιμωρεί την υπερβολή.

Σε τελική ανάλυση, η φθορά της δημοτικότητας του Τραμπ δεν είναι αποτέλεσμα συνωμοσίας ή «κυνηγιού μαγισσών». Είναι το αναμενόμενο τίμημα μιας διακυβέρνησης που συχνά επέλεξε το ένστικτο αντί της θεσμικής πειθαρχίας.

Και αν υπάρχει ένα σταθερό συμπέρασμα από την αμερικανική ιστορία, είναι αυτό: οι πρόεδροι έρχονται και φεύγουν· οι θεσμοί μένουν. Όποιος τους αψηφά, ανακαλύπτει —αργά ή γρήγορα— ότι η ισχύς του έχει όρια.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
ΣΧΟΛΙΑ

Αφήστε μια απάντηση

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Post comment